Κυριακή του Ασώτου (Ανάλυση Αποστολικού και Ευαγγελικού αναγνώσματος)

πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη
῾Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾽ οὐ πάντα συμφέρει᾽ (Α´ Κορ. 6, 12)

α. Δεύτερη Κυριακή προετοιμασίας μας γιά τήν Μεγάλη Σαρακοστή μέ τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου καί τό ἀντίστοιχο πρός αὐτήν ἀποστολικό ἀνάγνωσμα: ὁ ἄσωτος προβάλλεται ὡς παράδειγμα μετανοίας καί ἐπιστροφῆς στόν Θεό – ὅ,τι συνιστᾶ τό νόημα τῆς Σαρακοστῆς προκειμένου νά βροῦμε καί πάλι τόν ἀληθινό καί αὐθεντικό ἑαυτό μας τόν ὁποῖο χάνουμε μέ τίς πολυποίκιλες ἁμαρτίες μας• τό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν Α´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ ὑπομνηματισμό αὐτῆς τῆς ζωῆς τοῦ ἀσώτου. Τί τονίζει ὁ ἀπόστολος; Τήν ἀληθινή ἐλευθερία, αὐτήν δηλαδή πού διασφαλίζει τήν σχέση μας μέ τόν Θεό, τήν ὁποία διακρίνει ἀπό τίς διάφορες ψευδεῖς ἐκδοχές της. ῾Πάντα μοι ἔξεστι᾽, ὅλα μοῦ ἐπιτρέπονται, ἔλεγαν στήν ἐποχή τοῦ ἀποστόλου, ῾ἀλλ᾽ οὐ πάντα συμφέρει᾽, ἀλλά δέν συμφέρουν ὅλα ὅσα μοῦ ἐπιτρέπονται, πρόσθετε ὁ ἀπόστολος. Μία διαλεκτική ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τόν ἄνθρωπο σέ κάθε ἐποχή καί δίνει τήν εὐκαιρία σύντομου σχολιασμοῦ της.

β. 1. Εἶναι περιττό βεβαίως νά ὑπενθυμίσουμε καί πάλι τήν ἀξία τῆς ἐλευθερίας στόν ἄνθρωπο. ῾Η ἐλευθερία προβάλλεται πρωτίστως ἀπό τούς ἁγίους μας ὡς τό κατεξοχήν στοιχεῖο τοῦ εἰκονισμοῦ τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν. ῎Αν δηλαδή μιλᾶμε γιά τόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ ἄνθρωπο, συνεπῶς γιά τό ὄν πού προικίστηκε ἀπό τόν Θεό μέ χαρίσματα ἰδιαίτερα δικά Του, μιλᾶμε κυρίως γιά τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας πού τοῦ ἔδωσε, ὥστε χωρίς αὐτό νά μή θεωρεῖται κἄν ἄνθρωπος. Κατά τήν γνωστή φράση τοῦ ἁγίου συγχρόνου Γέροντα Πορφυρίου ῾ὁ Θεός ὄχι ἁπλῶς ἔδωσε ἐλευθερία στόν ἄνθρωπο, ἀλλά τήν χάραξε μέσα σ᾽ αὐτόν᾽. ῎Οχι λοιπόν ἡ λογική του οὔτε καί ὁ συναισθηματικός του κόσμος συνιστοῦν τήν προτεραιότητά του, ἀλλά ἡ ἐλεύθερη βούλησή του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ἀπό αὐτήν ἐξαρτᾶται ἡ ὀρθή ἤ μή πορεία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν ἐπίτευξη τῆς σωτηρίας του.

2. ῎Αν ὅμως ἡ ἐλευθερία εἶναι τό πιό καθοριστικό στοιχεῖο στόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι εὔκολος καί ὁ προσδιορισμός τοῦ περιεχομένου της. Διότι λόγω τῆς πτώσης τοῦ ἀνθρώπου στήν ἁμαρτία, διά τῆς ὁποίας ζοφώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σ᾽ αὐτόν, καί ἡ ἐλευθερία ἔχασε τήν καθαρή ἔννοιά της καί παρουσιάζεται μέ διαστρεβλωμένο τρόπο. Καί ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει τή βασικότερη διαστρέβλωση: ῾πάντα μοι ἔξεστι᾽. ῞Ολα μοῦ ἐπιτρέπονται. Πρόκειται γιά τήν κατανόηση τῆς ἐλευθερίας ὡς πλήρους ἀσυδοσίας, ἡ ὁποία προφανῶς προϋποθέτει ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος συνιστᾶ καί τήν τελική ἀναφορά στόν κόσμο τοῦτο. Δέν ὑπάρχει ἐδῶ ἡ αἴσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ οὔτε γι᾽ αὐτό καί ἡ ἱεραρχημένη λειτουργία τῆς ἐλευθερίας, ὡς δώρου δηλαδή πού ὁδηγεῖ πρός ᾽Εκεῖνον. ῾Η ἀνατροπή συνεπῶς τοῦ τρόπου τῆς δημιουργίας εἶναι δεδομένη: ὁ ἄνθρωπος ἐπειδή ἀκριβῶς δέν ἀναφέρεται στόν Θεό ὁδηγεῖται στήν πλήρη ὑποδούλωση στά πάθη τοῦ ἑαυτοῦ του καί κατ᾽ ἐπέκταση στόν διάβολο. ῾ᾯ τις ἥττηται τοῦτο καί δεδούλωται᾽. ῾Ο ἄνθρωπος καθίσταται ἔτσι τό πιό ἐπικίνδυνο ὄν μέσα σέ ὅλη τήν δημιουργία: καταστρέφει τόν ἑαυτό του καί ὅ,τι ἐνδεχομένως στέκεται ἐμπόδιο στήν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν του. ῞Οπως τό ἔχει ἐπισημάνει καί ὁ μεγάλος Ρῶσος μυθιστοριογράφος Ντοστογιέφσκι: ῾Χωρίς Θεό ὅλα ἐπιτρέπονται᾽. Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα μέ τήν παραβολή τοῦ ἀσώτου ἔρχεται ἀνάγλυφα νά περιγράψει τήν κατάσταση αὐτή τῆς ἀσύδοτης χωρίς Θεό ἐλευθερίας: ἀσωτία, νέκρωση καί ἀπώλεια τοῦ ἑαυτοῦ.

3. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λοιπόν βάζει τά πράγματα στήν θέση τους. Μιλάει γιά τήν ἀληθινή ἐλευθερία, κριτήριο τῆς ὁποίας εἶναι τό πνευματικό συμφέρον του ἀνθρώπου, δηλαδή ὅ,τι συντελεῖ στήν ζωντανή σχέση του μέ τόν Θεό. Δέν αὐτονομεῖται ἡ ἐλευθερία, ὅπως ἀφήνει νά ἐννοηθεῖ ὁ ἀπόστολος μέ τούς ὑπέρμαχους τοῦ ῾πάντα μοι ἔξεστι᾽ καί ὅπως συνέβη στά νεώτερα ἰδίως χρόνια ἐπί φιλοσοφικοῦ καί πρακτικοῦ ἐπιπέδου. ῾Η ἐλευθερία δόθηκε ἀπό τόν Θεό γιά νά γίνεται ἀναβαθμός στήν ἐν Θεῷ προκοπή τοῦ ἀνθρώπου, πού σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος προκειμένου νά ἐπιλέγει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ὄχι νά ἐναντιώνεται πρός αὐτό. ᾽Ακριβῶς ἡ ἐναντίωσή του αὐτή, ἡ κατανόηση τῆς ἐλευθερίας του ὡς δύναμης διαγραφῆς τοῦ Θεοῦ ἀπετέλεσε καί τήν πτώση του μέ ὅλα τά τραγικά ἀποτελέσματα πού ἔφερε, κυρίως δέ τήν ἀπώλεια τῆς ἴδιας τῆς ἐλευθερίας του. ῾᾽Αλλ᾽ οὐκ ἐγώ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος᾽. Κι αὐτό θά πεῖ: τήν ὥρα πού ἐλεύθερα ἐπιλέγω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐκείνη τήν ὥρα διασφαλίζω τήν ἐλευθερία μου καί τήν περαιτέρω αὔξησή της. Διότι ἡ ἀληθινή ἐλευθερία βρίσκεται στόν ἴδιο τόν Θεό. Αὐτός συνιστᾶ τήν πηγή της. ῾Οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία᾽. ῾Τῇ ἐλευθερίᾳ ᾗ Χριστός ὑμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε᾽.
῎Ετσι δημιουργεῖται ἕνα θεωρούμενο παράδοξο: πρέπει νά ῾δουλωθεῖ᾽ κανείς στόν Θεό, νά ὑπακούει δηλαδή στό θέλημά Του, γιά νά γίνει ἐλεύθερος. Καί τό ἐλεύθερος σημαίνει υἱός τοῦ Θεοῦ. Μέ ἄλλα λόγια ὁ Θεός αὐτόν πού Τόν ὑπακούει τόν ἐξυψώνει σέ υἱό Του, σέ φίλο καί ἀδελφό Του. ῾῾Υμεῖς φίλοί μου ἐστέ ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὑμῖν᾽. ῾῞Οσοι ἔλαβον Αὐτόν (τόν Χριστόν) ἔδωκεν αὐτοῖς τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι᾽. Κι ἀπό τήν ἄλλη: ὁ ῾ἀπελεύθερος᾽ τοῦ Θεοῦ γίνεται τελικῶς δοῦλος τῶν παθῶν του καί τοῦ διαβόλου. Διότι ἡ ἐλευθερία ἀπό τόν Θεό σημαίνει ἀπώλεια τῆς ἀγάπης καί ἐμπλοκή στήν ἴδια τήν κόλαση.
Λοιπόν ἐλεύθερος δέν εἶναι αὐτός πού κάνει ὅ,τι θέλει ἤ ὅ,τι μπορεῖ νά κάνει, ἀλλά αὐτός πού κάνει ὅ,τι συμφέρει καί ἁρμόζει στήν ψυχοσωματική του ὕπαρξη, δηλαδή ὅ,τι ἔχει αἰώνια ἀξία καί τόν διακρατεῖ στήν χάρη τοῦ Χριστοῦ. Τά παραδείγματα πού φέρνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὡς πρός τό φαγητό καί ὡς πρός τό θέμα τῆς πορνείας ἀκριβῶς κατανοοῦνται κάτω ἀπό αὐτήν τήν ὀπτική: ὄχι μόνο ἡ ψυχή, ἀλλά καί τό ἴδιο τό σῶμα λειτουργεῖ σωστά καί ὁμαλά, ὅταν λειτουργεῖ δοξολογικά, δηλαδή ἐν σχέσει πρός τόν Χριστό καί ὄχι ἐν σχέσει πρός τήν ἱκανοποίηση ἁπλῶς τῆς φιληδονίας τοῦ ἀνθρώπου: ῾τό σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλά τῷ Κυρίῳ, καί ὁ Κύριος τῷ σώματι᾽.

4. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό κύριο χαρακτηριστικό τῆς ἐλευθερίας πού ὁδηγεῖ στόν σκοπό της, τήν ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, εἶναι ἡ ἐγκράτεια. ῾Η ἐγκράτεια πού τόσο τονίζει ἡ περίοδος τῆς Σαρακοστῆς εἴτε ὡς νηστεία εἴτε ὡς περιορισμό τῶν ὅποιων ἁμαρτωλῶν ὀρέξεων δέν εἶναι μία ἁπλή καί ἐπιμέρους ἀρετή, πολλῷ μᾶλλον δέν εἶναι κάτι πού καταπιέζει τόν ἄνθρωπο, ὅπως πολλοί πιστεύουν καί διατείνονται. ᾽Αποτελεῖ γενική ἀρετή – ῾ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται᾽ κατά τόν ἀπόστολο – πού διασφαλίζει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἀνεξέλεγκτη ὑποδούλωση στά πάθη του. ῞Οπως εἶναι ἡ κοίτη ἑνός ποταμοῦ πού διοχετεύει τά νερά στήν κανονική τους ροή καί πορεία, ἔτσι καί ἡ ἐγκράτεια περιορίζει τόν ἄνθρωπο ὡς πρός τίς ἁμαρτωλές ροπές του γιά νά παραμένει ἐν Θεῷ καί νά ἀναπνέει τόν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας. ᾽Εγκράτεια καί πνευματική χριστιανική ζωή συνυπάρχουν πάντοτε, γι᾽ αὐτό καί δέν ὑπάρχει ἅγιος ἀνεγκρατής. ῾Η ἰδέα ὅτι μπορεῖ κανείς νά συνδυάσει τήν πνευματική ζωή μέ τήν ἀχαλίνωτη ἱκανοποίηση τῶν ὀρέξεών του συνιστᾶ ὄντως μία ἰδέα, δέν ἔχει καμμία σχέση ὅμως μέ αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας. Καί θά λέγαμε ὅτι τήν θεολογική βάση γιά τήν ἀλήθεια αὐτή τήν δίνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός μας. Εἶναι ἐλεύθερος διότι εἶναι παντοδύναμος αὐτοπεριοριζόμενος: δέν κάνει ὅ,τι μπορεῖ νά κάνει, ἀλλά ὅ,τι εἶναι συμφέρον γιά τήν δημιουργία Του, λόγω τῆς ἀγάπης Του.

γ. ῾Ο ἀγώνας μας γιά νά εἴμαστε ἐλεύθεροι, δηλαδή νά ζοῦμε ἐν Θεῷ, ὅπως εἴπαμε, δέν εἶναι ἀγώνας μίας στιγμῆς ἤ κάποιων στιγμῶν τῆς ζωῆς μας. Καί δέν σχετίζεται μέ τά δικά μας (ἁμαρτωλά ὡς ἐπί τό πλεῖστον) θέλω καί τό ἔτσι μ᾽ ἀρέσει. ῾Η ἐλευθερία μας κερδίζεται ἤ χάνεται τήν κάθε στιγμή στόν βαθμό πού πορευόμαστε μέ κριτήριο τό πνευματικό μας συμφέρον, δηλαδή τήν ὑπακοή μας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐν Χριστῷ. Τό ῾γενηθήτω τό θέλημά Σου᾽ συνιστᾶ τόν ἀέρα πού ἀναπνέουν τά τέκνα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί τελικῶς ῾βλέπουν᾽ τόν Θεό νά γίνεται ὁ ῎Ιδιος δικός τους ὑπήκοος. Σ᾽ αὐτόν τόν ἀέρα ἐλευθερίας μᾶς καθοδηγεῖ βῆμα βῆμα ἡ ᾽Εκκλησία μας πάντοτε, κατεξοχήν ὅμως τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς πού βρίσκεται ἐπί θύραις.

Κυριακή του Ασώτου

πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου»
α. Είναι τρομερή η ενέργεια που περικλείει η παραβολή του ασώτου, το ευαγγελικό ανάγνωσμα της ομώνυμης Κυριακής, η οποία αποτελεί το δεύτερο σκαλοπάτι της εισόδου μας στο ευλογημένο Τριώδιο. Κι αυτό γιατί προεκτείνει τη δυναμική της μετάνοιας, που τόνισε η προηγουμένη Κυριακή με την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, ως εκείνης της εσωτερικής αλλαγής του ανθρώπου, η οποία δίνει την ώθηση για πραγματική σχέση με τον Θεό Πατέρα. Εννοούμε ότι αν στο πρόσωπο του Τελώνη είδαμε την εν ταπεινώσει κραυγή της μετάνοιας που αποδέχεται ο Θεός – «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» – στο πρόσωπο του μικρού γιου της παραβολής του ασώτου βλέπουμε τη μετάνοια ως κίνηση της υπάρξεως, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από το χάος της απώλειας και της νέκρωσης της αμαρτίας και να βρει το αληθινό της πρόσωπο: αυτό που ανατέλλει με τη θέα του προσώπου του Πατέρα Θεού. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου», θα σηκωθώ και θα πάω προς τον πατέρα μου. Δεν είναι τυχαίο, γι’ αυτό, που η παραβολή του ασώτου, κατά την εκκλησιαστική ορολογία, έχει χαρακτηριστεί ως «το μαργαριτάρι των παραβολών του Κυρίου» και ως «το ευαγγέλιο των ευαγγελίων». Πουθενά αλλού δεν παρουσιάζεται με τόση ένταση η κατάντια της αμαρτίας, αλλά και η αγάπη του Θεού, το φιλεύσπλαχνο και το φιλάνθρωπο του μεγάλου Πατέρα.

β. 1. Δεν θα ασχοληθούμε με την περίπτωση του μεγάλου γιου: αυτός λειτουργεί με τρόπο που ενώ εξωτερικά φαίνεται να είναι καλός και υποτακτικός, στην πραγματικότητα είναι στην αντίπερα όχθη του Πατέρα του. Δεν μπορεί να κατανοήσει την αγάπη του, δεν νιώθει καν ότι είναι γιος του. Ο Πατέρας του τον αντιμετωπίζει διαρκώς ως γιο του – «όλα τα δικά μου είναι δικά σου» – εκείνος επιμένει να έχει τη συνείδηση δούλου και μισθωτού – «τόσα χρόνια σου δουλεύω». Πρόκειται για μία διαφορετικού τύπου από ό,τι στον μικρό γιο κατάντια στην αμαρτία, για μία άλλη ασωτία, όπως έχει ειπωθεί, στην οποία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια λύση. Η τελική στάση του μεγάλου γιου μένει μετέωρη. Ο Χριστός δεν κάνει αποτίμηση αυτής.
Στον μικρό γιο όμως τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα: ο μικρός γιος, λόγω της φυγής από το σπίτι του Πατέρα, έχει οδηγηθεί σε έσχατη πτώση: ζει στερημένα («ήρξατο υστερείσθαι»), πεινάει και νιώθει ότι χάνεται («λιμώ απόλλυμαι»), γίνεται δούλος άλλων («εκολλήθη ενί των πολιτών»), ενώ το αίσθημα της ορφάνιας τον έχει καταβάλει («ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου»). Κι είναι μία τραγική κατάσταση, που αξιολογικά επιβεβαιώνεται από ό,τι ο Πατέρας του θα πει αργότερα: «Ούτος ο υιός μου νεκρός ην…και απολωλός». Νεκρός και χαμένος. Αυτό πράγματι είναι το τίμημα της αμαρτίας: νομίζει κανείς ότι απελευθερώνεται, ότι βρίσκει τον εαυτό του, και τελικώς γίνεται δούλος, χάνει τον εαυτό του, νεκρώνεται. Κι αυτό συμβαίνει διότι ακριβώς ο άνθρωπος φεύγει από τη φυσιολογική του κατάσταση: να είναι με τον Πατέρα του, να ζει στο σπίτι το δικό του. Είναι η τραγική ερμηνεία που δίνει ολόκληρη η Αγία Γραφή σχετικά με το δράμα της πορείας του ανθρώπου: ο βασιλιάς άνθρωπος, ο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» δημιουργημένος ξεπέφτει λόγω της άρνησής του να υπακούσει στον Θεό Πατέρα. Αμαρτάνει και με την αμαρτία του εισέρχεται ο θάνατος στο ανθρώπινο είδος. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος».
2. Στον μικρό γιο όμως παρακολουθούμε και την ανάστασή του από την πτώση του: «αναστάς» – ό,τι κατανοείται ως μετάνοια. Έρχεται κάποια στιγμή που συναισθάνεται τι είχε συμβεί, που νιώθει την εξαθλίωση της υπάρξεώς του – «εις εαυτόν ελθών», συναισθάνθηκε τι του είχε συμβεί – και αποφασίζει να αλλάξει. Κι αυτό θα πει ότι η αμαρτία έχει ένα όριο, φτάνει δηλαδή κανείς σε ένα σημείο που βλέπει ότι «δεν πάει άλλο». Κι αυτό το οριακό σημείο της έσχατης πτώσεως, του «μπουχτίσματος» της αμαρτίας, μπορεί να λειτουργήσει ως νέα αρχή, ως νέα αφετηρία. Πότε όμως; Όταν υπάρχει η στροφή προς το πατρικό σπίτι. Όταν η ανάμνηση του Πατέρα παραμένει ζωντανή και η εικόνα του λειτουργεί θετικά στον απομακρυσμένο από Αυτόν άνθρωπο. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου». Ο άσωτος μπορεί να είχε χαθεί μέσα στις αμαρτίες, μπορεί να είχε νεκρωθεί προσωρινά από ό,τι έκανε, όμως ακριβώς αυτό γίνεται η αφορμή να θυμηθεί το πρόσωπο του Πατέρα, του γεμάτου αγάπη και στοργή απέναντί του. Θα λέγαμε ότι βρίσκεται σε ένα είδος προνομιακής θέσεως: έχει σπίτι και έχει Πατέρα, που τον αγαπά. Δεν θυμίζει τούτο αυτό που έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος, ότι τα παιδιά που απομακρύνονται από τον Θεό, ενώ σχετίζονταν μικρά με την Εκκλησία, δεν πρέπει να τα φοβόμαστε, γιατί, όταν συνέλθουν, θα ξέρουν πού θα γυρίσουν; Για να πει στη συνέχεια: εκείνα που δεν γνώρισαν καθόλου τον Θεό, αυτά να λυπάσθε. Γιατί όταν θα έλθει η στιγμή να συνέλθουν, δεν θα ξέρουν πού να πάνε.
Το «αναστάς πορεύσομαι προς τον Πατέρα μου» σημαίνει λοιπόν την ουσία της σώζουσας μετάνοιας. Αναγνωρίζω την πτώση μου, την αμαρτωλότητά μου, την απομάκρυνσή μου από το θέλημα του Θεού, όμως δεν μένω εκεί. Στρέφομαι με δύναμη προς τον Θεό, σ’ Αυτόν που με αγαπά και με σέβεται. Η συναίσθηση της αμαρτίας δηλαδή και η πίστη στην αγάπη του Θεού Πατέρα συνιστούν τα δομικά στοιχεία της μετάνοιας. Ένα από τα δύο αν λείπει, δεν έχουμε γνησιότητα αυτής. Κι αυτό υπήρξε για παράδειγμα και το δράμα του μαθητή του Χριστού Ιούδα: ένιωσε την αμαρτία της προδοσίας του απέναντι στον Δάσκαλο, δεν μπόρεσε όμως να πιστέψει στην αγάπη Του. Κι ενώ μετάνιωσε, δεν σώθηκε. Διότι τον κατέλαβε η απελπισία και η απόγνωση – τα μεγαλύτερα όπλα του εχθρού διαβόλου.
3. Η εικόνα του φιλόστοργου και φιλεύσπλαχνου Πατέρα λοιπόν είναι και το κρισιμότερο στοιχείο για να υπάρξει και να λειτουργήσει η μετάνοια στον μικρό γιο, τον άσωτο, τον καθένα δηλαδή από εμάς άνθρωπο. Δεν φαίνεται να ήταν πρωτίστως οι συνέπειες της αμαρτίας, αλλά η εικόνα του Πατέρα εκείνο που έδωσε την αποφασιστική ώθηση στον άσωτο για να μετανοήσει. Αν ο άσωτος μέσα στην κατάντια του και την απελπισία του είχε ως εικόνα Πατέρα έναν σκληρό και αυστηρό ελεγκτή και δικαστή, ουδέποτε θ είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής. Η κατάντια θα ήταν μόνιμη. Και σίγουρα θα γινόταν χειρότερη. Ο Πατέρας του όμως – το πρότυπο για κάθε αληθινό πατέρα – παρουσιάζεται με αληθινή αγάπη απέναντί του. Κι η μεγαλύτερη απόδειξη: ο σεβασμός της ελευθερίας του. Δεν τον καταπιέζει για να μείνει στο σπίτι, δεν του αρνείται την έξοδο, δεν τον απειλεί, δεν «του κρατάει μούτρα». Ενώ γνωρίζει το τραγικό αποτέλεσμα της κακής επιλογής του παιδιού του, το αφήνει να αποφασίσει ελεύθερα. Γιατί ακριβώς το αγαπάει. Και η συνέχεια της παραβολής επιβεβαιώνει το αέναο της αγάπης αυτής: περιμένει πάντοτε την επιστροφή του παιδιού του, χαίρεται με απόλυτο τρόπο όταν πραγματοποιείται αυτή. Είναι η εικόνα του Θεού Πατέρα μας, που επειδή είναι τόσο καταλυτική, έχουν πει ότι δεν πρέπει η παραβολή να λέγεται «του ασώτου», αλλά «του φιλεύσπλαχνου ή σπλαχνικού πατέρα». Η πλήρης αγάπης στάση Του είναι και το πιο καθοριστικό στοιχείο της παραβολής. Δεν είναι τυχαίο που είπαν ότι αν χάνονταν όλες οι άγιες Γραφές, αλλά κάποιος προλάβαινε να κρατήσει τη συγκεκριμένη σελίδα με την παραβολή του ασώτου, θα ήταν και μόνη αυτή αρκετή για να αναπληρωθεί όλη η διδασκαλία του Κυρίου: εκεί παρουσιάζεται ποιος είναι ο Θεός και πόσο αγαπά το πλάσμα Του, τον άνθρωπο. Γι’ αυτό και η αγάπη του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού είναι το πλέον αδιαπραγμάτευτο γεγονός σε όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας. Μπορεί κανείς τα πάντα να αμφισβητήσει, όχι όμως την αγάπη του Θεού. Κι όμως, είναι αυτό στο οποίο χωλαίνουμε ακόμη και οι χριστιανοί. Αν πολλές φορές δεν μετανοούμε όπως πρέπει, αν ταλαιπωρούμαστε στη ζωή αυτή, ενώ μας έχει δοθεί το μεγαλύτερο δώρο του Θεού: να είμαστε δικοί Του και μέλη του αγίου σώματός Του, είναι διότι αμφισβητούμε την αγάπη Του. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι οι αμαρτίες μας, η κατάντια μας είναι πολύ μεγάλα για τον Θεό και υπερβαίνουν την αγάπη Του.
4. Και τι γίνεται πια με τη μετάνοια του ασώτου; Αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες του, παίρνοντας τον δρόμο επιστροφής στον Πατέρα του, θέλει να εκφράσει τα συναισθήματά του με την εν ταπεινώσει εξομολόγησή του. «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου∙ ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου∙ ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου». Καταλαβαίνει ότι η ντροπή δεν είναι στη μετάνοια και την επιστροφή του. Ήταν στην κατάσταση της αμαρτίας του. Κι η πορεία επιστροφής του παίρνει γι’ αυτόν την πιο απρόσμενη εξέλιξη: ο Πατέρας είναι Αυτός που τρέχει προς αυτόν. Για να τον αγκαλιάσει, να τον αποκαταστήσει στην πρώτη δοξασμένη θέση του, να κάνει το μεγαλύτερο πανηγύρι που μπορούσε. Χωρίς μάλιστα όχι να τον επιπλήξει, αλλ’ ούτε καν να τον ρωτήσει. Στον Πατέρα, τον Θεό μας, φθάνει η με μετάνοια προσφορά της αμαρτίας μας. Σαν τη φωνή που άκουσε ο άγιος Ιερώνυμος την ημέρα των Χριστουγέννων, όταν ζητούσε από τον Θεό να του πει τι δώρο θα μπορούσε να του κάνει, ώστε να Τον ευχαριστήσει: τις αμαρτίες σου, Ιερώνυμε.
γ. Η παραβολή του ασώτου έρχεται ως συνέχεια της παραβολής, είπαμε, του Τελώνου και του Φαρισαίου. Μας αποκαλύπτει ότι για τον Θεό μας, συνεπώς και για την Εκκλησία, σημασία δεν έχει το αναμάρτητο – ανέφικτο άλλωστε για όλους – του ανθρώπου, αλλά η μετάνοιά του. Είναι γνωστό ότι άγιος δεν είναι ο αναμάρτητος, αλλά ο μετανοημένος αμαρτωλός. Η μετάνοια είναι αυτή που μεταποιεί για εμάς την μία πάντοτε αγάπη του Θεού μας και την κάνει να λειτουργεί ως Παράδεισος. Ακόμη κι ο διάβολος αν μετανοούσε, θα ζούσε στον Παράδεισο ως και πάλι άγγελος Εκείνου. Δεν το θέλει όμως. Το θέμα όμως είναι τι κάνουμε εμείς; Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες, διότι μέσα στην Εκκλησία μας ό,τι είπε ο Κύριος ως παραβολή, γίνεται πραγματικότητα: ερχόμαστε με τις αμαρτίες μας, με τη συναίσθηση της τραγικότητάς μας, για να ριχτούμε όμως στην αγκαλιά Του, μέσα από το μυστήριο της μετανοίας, που καταλήγει στο ευλογημένο εξομολογητήριο. Εκεί αρχίζουμε να ντυνόμαστε και πάλι τη στολή την πρώτη, να τρώμε τον μόσχο τον σιτευτό, να γινόμαστε ένα με τον Κύριο. Σ’ αυτό μας προσανατολίζει για μία ακόμη φορά η Εκκλησία μας, με το Τριώδιο και τη Σαρακοστή που έρχεται.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s