Προσχέδιο Διαγωνίσματος των Απολυτηρίων Εξετάσεων Ιουνίου 2013 για τη Γ’ Γυμνασίου

Χριστός1. Η Αποστολική Σύνοδοςγ. Η σημασία της συνόδου. Χαρακτηριστικά της, σπουδαιότητά της, Υπογραμμίζω και θυμάμαι, σελ. 31. Η σημασία της Συνόδου

Η σημασία τόσο του τρόπου με τον οποίο λειτούργησε, όσο και της απόφασης που έλαβε η Αποστολική Σύνοδος είναι μεγάλη. Όλα τα μέλη της Εκκλησίας συμμετείχαν και όλοι μαζί αποφάσισαν. Φανερώθηκε έτσι ο δημοκρατικός τρόπος της λειτουργίας της. Επιπλέον, μολονότι η πλειονότητα των μελών ήταν ιουδαϊκής καταγωγής, δεν έμειναν προσκολλημένοι στις ιουδαϊκές τους αντιλήψεις. Η Εκκλησία, χωρίς να απαρνηθεί τις ιουδαϊκές της καταβολές, χειραφετήθηκε από τους ιουδαϊκούς θεσμούς και άνοιξε ο δρόμος για να γίνει ο Χριστιανισμός μια πανανθρώπινη, οικουμενική πίστη, στηριγμένη στην ελευθερία και όχι στη δουλική προσήλωση σε τυπικές, νεκρές εντολές. Το πιο σημαντικό στοιχείο που φανερώθηκε μέσα από τη λειτουργία της Συνόδου εκφράζεται στο κείμενο της απόφασης («αποφασίστηκε ως σωστό από το Άγιο Πνεύμα και από μας»), όπου δηλώνεται ότι η τελική θέση διαμορφώθηκε μέσα από τη συνεργασία των πιστών με το Άγιο Πνεύμα. Μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας, όπως θα δούμε σε επόμενες ενότητες, ο θεσμός των Συνόδων (συνοδικό σύστημα) έγινε ο εγγυητής της διδασκαλίας και των αποφάσεων της Εκκλησίας. Η πίστη ότι τις συλλογικές αποφάσεις τις καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα έδινε τη βεβαιότητα ότι, παρά τις ανθρώπινες αδυναμίες, η Εκκλησία δε θα απομακρυνόταν από τον προορισμό της. Η Αποστολική Σύνοδος αποτελεί το παράδειγμα, και για τη σημερινή εποχή, του τρόπου με τον οποίο η Εκκλησία μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα και θέματα που απαιτούν λύση σε πανορθόδοξο επίπεδο.

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΩ ΚΑΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

  • Οι ιουδαιοχριστιανοί επέμεναν ότι οι εθνικοί θα μπορούσαν να γίνουν χριστιανοί, μόνο αν πρώτα ακολουθούσαν το Mωσαϊκό Nόμο. Η θέση τους αυτή δημιούργησε προβλήματα στην Αντιόχεια.
  • Το πρόβλημα λύθηκε με την Αποστολική Σύνοδο, στα τέλη του 48 μ.Χ. στα Ιεροσόλυμα. Οι Απόστολοι και οι αντιπρόσωποι του λαού, οι πρεσβύτεροι, αποφάσισαν με τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος ότι οι εθνικοί που γίνονταν χριστιανοί δε χρειαζόταν να τηρούν το Mωσαϊκό Nόμο, παρά μόνο να απέχουν από ειδωλολατρικές πρακτικές και συνήθειες.
  • Η σημασία της Αποστολικής Συνόδου είναι μεγάλη, αφενός γιατί έδειξε ότι ο Χριστιανισμός είναι μια οικουμενική πίστη, αφετέρου γιατί έγινε το υπόδειγμα για τις μετέπειτα συνόδους της Εκκλησίας.2. σελ. 49-50  : Ποια είναι η προσφορά του ελληνισμού στον χριστιανισμό; (σχεδιάγραμμα)

2. σελ. Ποια υπήρξε η σημασία της συνάντησης Ελληνισμού και Χριστιανισμού για την οικοδόμηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού;  (σελ. 52: Ο Χριστιανισμός σέβεται την αρχαία σοφία και τα διδάγματα του ελληνικού πνεύματος. Ο Ελληνισμός είναι το πολιτισμικό λίκνο μέσα στο οποίο εκφράστηκε η Αλήθεια του Χριστιανισμού. Αυτή την κληρονομιά ο χριστιανός δεν την αποβάλλει. Την κρατάει και την πλουτίζει μέ νέα έμπνευση : την αγάπη, την πίστη, την ελπίδα για το νέο κόσμο του Θεού. Σήμερα ο ευρωπαϊκός πολιτισμός αναγνωρίζουν οι ευρωπαίοι πολίτες ότι εμπνέεται από τα ιδεώδη του ελληνισμού και του χριστιανισμού, όπως τα βίωσαν και τα δίδαξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας κατά τους πρώτους 8 αιώνες κοινής χριστιανικής κληρονομιάς όλων των χριστιανών.

3.  Ποια είναι η σημασία της άσκησης και ποια η προσφορά του μοναχισμού σε όλους τους ανθρώπους; (σελ. 67 :  υπογραμμίζω και θυμάμαι. 

Άσκηση, στην εκκλησιαστική γλώσσα, ονομάζεται ο αγώνας του ανθρώπου εναντίον των παθών του και αποτελεί ένα από τα μέσα για την ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Η άσκηση ως τρόπος χριστιανικής ζωής είναι χρέος όλων των χριστιανών, είτε είναι μοναχοί είτε κοσμικοί – λαϊκοί. Οι απαιτήσεις του ασκητικού τρόπου ζωής είναι κοινές, τροποποιούνται όμως σε σχέση με τις συνθήκες στις οποίες επιλέγει να ζει ο χριστιανός. Είτε κάποιος αποφασίσει να ζήσει στο μοναστήρι είτε μέσα στην κοινωνία, η ταπείνωση, η μετάνοια, η νηστεία, η συνεχής προσευχή, ο αγώνας για να ολοκληρωθεί πνευματικά, να υπερβεί τον εγωισμό του και να αποκτήσει την αυτογνωσία είναι κοινές ασκητικές μέθοδοι. Ιδιαίτερα η αγάπη προς τον πλησίον του οφείλει να είναι έμπρακτη, όταν προσκαλείται σε αγώνες για την ειρήνη, το δίκαιο και την ελευθερία του ανθρώπου.

Η συμβολή του μοναχισμού στην κοινωνική αλληλεγγύη, στην πνευματική ζωή και την τέχνη. Στο μοναχισμό, αν και έχουμε μια απομάκρυνση από τα εγκόσμια, το ενδιαφέρον για τον άνθρωπο παραμένει ζωντανό και μάλιστα παρουσιάζεται ενδυναμωμένο. Ο μοναχισμός αγωνίζεται εναντίον της πλεονεξίας, του ατομικισμού και της ιδιοτέλειας. Ο ασκητής στηρίζει πνευματικά και ηθικά τον άνθρωπο που ζει μέσα στον κόσμο, προκειμένου να αντέξει τις δυσκολίες και να διατηρήσει ακμαίο το χριστιανικό του φρόνημα. Γι’ αυτό και τα μοναστήρια είναι τόποι πνευματικής ζωής για τους ανθρώπους και οι μοναχοί πνευματικοί πατέρες των ανθρώπων που καταφεύγουν σε αυτούς. Σε πολλά μοναστήρια στο παρελθόν υπήρχαν νοσοκομεία, γηροκομεία, σχολεία και καταλύματα για τους ανθρώπους που βίωναν τον πόνο, την εγκατάλειψη ή την ορφάνια. Οι μονές αποτελούσαν το άσυλο των καταδιωγμένων, το σπίτι των φτωχών, το καταφύγιο των επαναστατημένων απέναντι στον κατακτητή, το εργαστήρι όσων ήθελαν να μάθουν μια τέχνη για να ζήσουν με αξιοπρέπεια. Στα μεγάλα μοναστήρια υπήρχαν κέντρα αντιγραφής της Αγίας Γραφής και των κλασικών έργων της αρχαιότητας. Μεγάλο μέρος της υμνογραφίας και των πατερικών κειμένων γράφτηκε από ασκητές σε μοναστήρια. Στα μοναστήρια, συγχρόνως, υπηρετήθηκε και η τέχνη. Η βυζαντινή ζωγραφική, τα ιστορημένα χειρόγραφα (ζωγραφικά σχέδια στα περιθώρια καλλιγραφικών κειμένων), η ποίηση και η γλυπτική, η μουσική, καλλιεργήθηκαν και άκμασαν σε πολλά μοναστήρια, π.χ. Μονή Στουδίου, Aγία Αικατερίνη Σινά, Άγιον Όρος. Σήμερα, υπάρχουν πολλά ορθόδοξα μοναστήρια σ’ ολόκληρο τον κόσμο που ακμάζουν και προσφέρουν σημαντικό έργο. Η ζωή του μοναχού, όμως, έχει δυσκολίες και προκλήσεις. Οι πειρασμοί είναι πολλοί: η αγάπη και η εμπιστοσύνη των πιστών προς τον μοναχό είναι δυνατόν να του γεννήσουν εγωισμό και αλαζονεία, να του δημιουργήσουν την εντύπωση ότι κατέχει κάποια μορφή εξουσίας. Ο πλούτος, η δόξα, η πνευματική έπαρση και η δύναμη της εξουσίας είναι οι αντίπαλοι του μοναχού, τους οποίους πάντα καλείται να αντικρούσει. Αλλά και ο λαϊκός χριστιανός, ο ασκητής στην καθημερινή κοινωνική δράση, έχει να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες και τις ευθύνες της σύγχρονης ζωής. Οικογένεια, εργασία, κοινωνικές σχέσεις απαιτούν ετοιμότητα και σταθερότητα στις αρχές της χριστιανικής ζωής. Ο αγώνας είναι αδιάκοπος και γι’ αυτό πρέπει να είναι συνεχής και η αμοιβαία συμπαράσταση μεταξύ των χριστιανών, είτε αυτοί είναι σύζυγοι είτε είναι φίλοι είτε συνεργάτες.

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΩ ΚΑΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

  • Ο ασκητισμός με τα ιδεώδη της νηστείας, της εγκράτειας, της προσευχής και της ακτημοσύνης επηρεάζει τη ζωή της Εκκλησίας.
  • Η άσκηση αποτελεί υποχρέωση όλων των χριστιανών. Μοναχοί και λαϊκοί στην Εκκλησία αγωνίζονται κατά των παθών τους και έχουν τον ίδιο σκοπό, την ένωσή τους με το Θεό.
  • Ο μοναχισμός ανέπτυξε κοινωνική και πνευματική δράση και συνέβαλε στην ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών.
  • Η προσφορά του μοναχισμού σε όλους τους ανθρώπους συνεχίζεται και σήμερα μεσα από τα ορθόδοξα μοναστήρια που βρίσκονται σ’ όλο τον κόσμο.

4.  α) Τι είναι Σύνοδος, Οικουμενική Σύνοδος, Πανορθόδοξη σύνοδος; (σελ. 70γ). β) Τι είναι οι “όροι” ή “δόγματα”, τί οι “ιεροί κανόνες”; γ) πότε μια σύνοδος κατοχυρώνεται ως έγκυρη; (σελ. 71 – 72) Γιατί;

Σύνοδος είναι το ανώτατο συλλογικό όργανο της Εκκλησίας το οποίο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για θέματα πίστης, διδασκαλίας και οργάνωσης της Εκκλησίας. Oι Σύνοδοι διακρίνονται σε τοπικές και γενικές. Mια Σύνοδος αναγνωρίζεται ως Oικουμενική όχι μόνο από τη μεγάλη συγκέντρωση επισκόπων σ’ αυτήν, αλλά εξαιτίας της αποδοχής των αποφάσεων της από το πλήρωμα της Eκκλησίας. Γι’ αυτό και αναγνωρίζεται ως Oικουμενική Σύνοδος από μία επόμενη. Στο Bυζάντιο τις Οικουμενικές Συνόδους συγκαλούσε ο αυτοκράτορας με επιστολές – διατάγματα, στα οποία όριζε και τον αριθμό των επισκόπων που θα εξέλεγε κάθε επαρχία. Όλα τα μέλη της Συνόδου ήταν ισότιμα. Από το Σχίσμα του 1054 μ.Χ. επειδή δεν υπάρχει ενότητα μεταξύ των εκκλησιών τότε μιλάμε για Πανορθόδοξη Σύνοδο, δηλαδή Σύνολο όλων των Ορθοδόξων.

Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων που έχουν δογματικό περιεχόμενο ονομάζονται «όροι» κι «δόγματα». Θέτουν ένα όριο ανάμεσα στην αλήθεια και την αίρεση. «Ιεροί κανόνες» ονομάζονται οι αποφάσεις των Συνόδων που αφορούν θέματα διοίκησης, λατρείας και καθημερινής χριστιανικής ζωής. Όροι και κανόνες αποτελούν εκκλησιαστικούς θεσμούς, καταγράφουν την αλήθεια της Εκκλησίας και υπηρετούν τη σωτηρία των χριστιανών.

Μια Σύνοδος αναγνωρίζεται και κατοχυρώνεται ως έγκυρη, όταν οι αποφάσεις της γίνονται αποδεκτές από το πλήρωμα της Εκκλησίας (κλήρος και λαός).  Με την ελεύθερη αποδοχή των αποφάσεων των Συνόδων οι πιστοί συμμετέχουν στο Σώμα της Εκκλησίας, επιλέγοντας έτσι συνειδητά το δρόμο της σωτηρίας.

5. σελ. 53 : Τι είναι η αίρεση; Ποια αίτια την δημιουργούν; Ποιες θεμελιώδεις αλήθειες αμφισβήτησαν σε σχέση με την Αγία Τριάδα και το πρόσωπο του Χριστού;

Αίρεση (από το αἱροῦμαι = προτιμώ, επιλέγω), στην εκκλησιαστική γλώσσα, ονομάζεται η επιλογή, είτε από ένα είτε από περισσότερα μέλη της Εκκλησίας, ενός μέρους από το σύνολο της εκκλησιαστικής διδασκαλίας και η εμμονή σε αυτό. Με αυτήν την επιλογή οι αιρετικοί απομακρύνθηκαν από τη δογματική διδασκαλία και την πίστη της Εκκλησίας.

Τα αίτια των αιρέσεων

Τα σημαντικότερα αίτια των αιρέσεων είναι τα εξής:

Ο εγωισμός, η αλαζονεία και η υπερτίμηση της λογικής του ανθρώπου και της δυνατότητάς της να αποκαλύψει την αλήθεια. Οι αιρετικοί, κληρικοί και λαϊκοί, επιστρατεύουν τη φιλοσοφία για να εκλογικεύσουν και να απλοποιήσουν τις δογματικές αλήθειες. Προσπαθούν να προσεγγίσουν την υπερφυσική Αποκάλυψη, που δε μπορεί να τη συλλάβει ο άνθρωπος μόνο με τη λογική.

Η προσπάθεια εισαγωγής στη χριστιανική διδασκαλία παραδόσεων και αντιλήψεων από άλλες θρησκείες, π.χ. από τον Ιουδαϊσμό ή από τις ανατολικές θρησκείες. Η αποδοχή τέτοιων απόψεων οδηγεί σ’ ένα θρησκευτικό συγκρητισμό, δηλαδή σε μια ανάμειξη και συγχώνευση της διδασκαλίας και της παράδοσης του Χριστιανισμού με αντιλήψεις και ήθη άλλων θρησκευτικών ρευμάτων και θρησκειών.

Οι αιρέσεις αμφισβήτησαν τις θεμελιώδεις αλήθειες της χριστιανικής πίστης και, ειδικότερα, το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού και το τρισυπόστατο και ομοούσιο της Aγίας Τριάδας.

6. σελ. 54-55,  Ποιες επιπτώσεις δημιουργήθηκαν εξ αιτίας των αιρέσεων α) στον εκκλησιαστικό χώρο, β) στη βυζαντινή αυτοκρατορία;

Οι αιρέσεις διαίρεσαν την Εκκλησία. Δημιούργησαν εντάσεις και συγκρούσεις, που άφηναν πληγές και προκαλούσαν εχθρότητες και ψυχικό διχασμό μεταξύ των χριστιανών. Κατ’ αρχάς, η εγωιστική παραμονή των αιρετικών στις κακοδοξίες τους τούς απέκοψε από την παράδοση και από το σώμα της Εκκλησίας. Κατόπιν, η αγάπη αντικαταστάθηκε από την εμπάθεια και το μίσος, η αδελφοσύνη από την καχυποψία. Χριστιανοί συγκρούονται μεταξύ τους, διαπληκτίζονται και αλληλοΰποβλέπονται. Δείχνουν τον χειρότερό τους εαυτό. Η Εκκλησία δεν κλονίζεται, αλλά σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες που επιτρέπουν στην πολιτεία και στον αυτοκράτορα να παρέμβει και να αναμειχθεί στα θεολογικά ζητήματα. Η ανάμειξη αυτή θεμελιωνόταν στην ιδέα ότι τα θέματα της Εκκλησίας σχετίζονται με την ευημερία της κοινωνίας και, συνεπώς, υπάγονται στην αρμοδιότητα του κράτους και του αυτοκράτορα. Ως στόχο είχε: 1. την ειρήνευση της Εκκλησίας και 2. την αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης και ηρεμίας, οι οποίες με τις θεολογικές έριδες διασαλεύονταν. Συγχρόνως, πληθυσμοί της Αιγύπτου και της Συρίας, όπου υπήρχαν πολλοί μονοφυσίτες, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις αιρετικές τους αντιλήψεις και άρχιζαν να συγκρούονται με την κεντρική εξουσία. Το πρόβλημα γινόταν οξύτερο, όταν ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα προσπαθούσαν να επιβάλουν την πολιτική της κυβέρνησης. Οι περιοχές αυτές της Ανατολής σταδιακά απομακρύνθηκαν πνευματικά από τη βυζαντινή αυτοκρατορία και γίνονταν εύκολη λεία για τους εχθρούς της, γεγονός που αργότερα επέφερε και την πολιτική τους απόσχιση από τη αυτοκρατορία, με οδυνηρές πολιτικές συνέπειες για το βυζαντινό κράτος.

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΩ ΚΑΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

  • Οι αιρέσεις αναστάτωσαν την Εκκλησία και είχαν ως αιτίες τους την υπερεκτίμηση της ανθρώπινης λογικής, την αλαζονεία των αιρετικών και την ανάμείξη θρησκευτικών αντιλήψεων άλλων θρησκειών με τις χριστιανικές.
  • Οι μεγαλύτερες αιρέσεις είναι ο Αρειανισμός, ο Νεστοριανισμός και ο Μονοφυσιτισμός.
  • Οι αιρέσεις διαίρεσαν την Εκκλησία και δημιούργησαν τις προΰποθέσεις για την απόσχιση ανατολικών επαρχιών από την βυζαντινή αυτοκρατορία.

7. σελ. 48, ερώτηση 4 : Τι πρέσβευε η αίρεση του εθνοφυλετισμού των ορθοδόξων χωρών; Πότε, από ποιον και γιατί καταδικάστηκε; Σε ποιες συνέπειες θα οδηγούσε η αίρεση την εκκλησία αν δεν καταδικαζόταν έγκαιρα; Δικαιολογήστε την γνώμη σας.

Η αίρεση του εθνοφυλετισμού των ορθοδόξων χωρών πρέσβευε ότι κάποιοι ορθόδοξοι λαοί ήταν ανώτεροι και καλύτεροι ορθόδοξοι χριστιανοί από άλλους άλλων ορθοδόξων λαών. Ορθόδοξη Εκκλησία το 1878 καταδίκασε τον εθνοφυλετισμό των ορθόδοξων χωρών ως αίρεση, με απόφαση του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Για να μπορέσει να προστατέψει τους πιστούς ορθόδοξους χριστιανούς από την εγωϊστική υπερτίμηση του κάθε έθνους η Εκκλησία δίδαξε ότι όλοι οι λαοί οι ορθόδοξοι είναι μεταξύ τους ίσοι στην αξία, όπως ο κάθε άνθρωπος είναι για τον Θεό ανεκτίμητη και μοναδική προσωπικότητα.

8. Τι είναι η αίρεση της εικονομαχίας, ποια  διδασκαλία της ορθόδοξης Εκκλησίας την αντιμετωπίζει; ποια σημασία έχει για τον ορθόδοξο πιστό; (σελ. 74 – 75 γ και υπογραμμίζω και θυμάμαι, σελ. 79, β και γ).

Τιμούμε τις εικόνες και προσκυνούμε το πρόσωπο : Στη Νίκαια της Βιθυνίας, το 787 συνέρχεται η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος. Στη Σύνοδο αυτή συμμετέχει ο Πατριάρχης Ταράσιος, 350 επίσκοποι και εκπρόσωποι από τις Εκκλησίες της Ρώμης, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας. Η Σύνοδος καταδικάζει την εικονομαχία ως αίρεση και δέχεται την απόδοση τιμής στις εικόνες, οι οποίες αναστηλώνονται. Η διδασκαλία της Συνόδου συνοψίζεται στην εξής πρόταση: «ή γάρ τἤς εἱκόνος τιμή έπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Δηλαδή, οι εικόνες προσκυνούνται τιμητικά και η τιμή αναφέρεται στο εικονιζόμενο πρόσωπο και όχι στα υλικά, από τα οποία είναι φτιαγμένη η εικόνα. Αλλά και η τιμή προς τους αγίους ανάγεται έμμεσα, μέσα από τις εικόνες στον ίδιο το Θεό που έπλασε τον άνθρωπο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του. Στον Θεό, άλλωστε, οφείλεται, μαζί με την ανθρώπινη συνεργασία, η αγιότητα της ζωής των αγίων. Η σάρκωση του Κυρίου μας επιτρέπει να Τον απεικονίσουμε, χωρίς όμως να λατρεύουμε ή να τιμούμε το υλικό της απεικόνισης αυτής ή ακόμη και τη συγκεκριμένη απεικόνιση. Ο νους του πιστού οδηγείται στο πρωτότυπο (τον Θεό) και Αυτόν μόνο λατρεύει. Η ενανθρώπηση του Θεού μας επιτρέπει την απεικόνισή Του. Εξάλλου, η άρνηση της απεικόνισης του Χριστού αποτελεί και άρνηση της ενανθρώπησης του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού και, κατά συνέπεια, υποτίμηση του ανθρώπου και της ύλης. Αντίθετα, η ενανθρώπηση του Θεού οδηγεί την ανθρώπινη φύση στη θέωση και καθαγιάζει την ύλη. Γι’ αυτό και η τιμή στα πρόσωπα των αγίων είναι και τιμή στη ανθρώπινη φύση. Οι εικόνες στην Ορθόδοξη Εκκλησία, εκτός από τη θεολογική, έχουν και παιδαγωγική σημασία. Είναι τα παραστατικά και ζωντανά μέσα με τα οποία ο πιστός θυμάται και ενατενίζει τη ζωή και την προσωπικότητα των αγίων της Εκκλησίας και, προπάντων, του ίδιου του Χριστού. Είτε βρίσκονται στους ναούς είτε στα σπίτια των χριστιανών αποτελούν αναπόσπαστο στοιχείο της λατρευτικής παράδοσης και βοηθούν τους πιστούς να ανάγονται ευκολότερα προς το Θεό και τα πρόσωπα που τιμά η Εκκλησία. Στη Σύνοδο του 843, στην Κωνσταντινούπολη, καθιερώθηκε η Κυριακή της Ορθοδοξίας ως επίσημη εορτή για την αναστήλωση των εικόνων. Από τότε, την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στο τέλος της Θείας Λειτουργίας διαβάζεται η απόφαση της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου («Συνοδικό»). Προσκυνούνται και περιφέρονται οι εικόνες στο ναό, δοξάζεται ο Τριαδικός Θεός και εκφράζεται η ενότητα των ορθόδοξων χριστιανών.

  • Η εικονομαχία είναι μια αίρεση στο χώρο της Εκκλησίας με θρησκευτικά κυρίως αλλά και πολιτικά και κοινωνικά αίτια.
  • Με την Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (787) η Εκκλησία διατύπωσε τη διδασκαλία της για τις εικόνες. Η εικονομαχία, όμως, τελείωσε το 843 με την οριστική αναστήλωση των εικόνων.
  • Η Εκκλησία προσκυνά τις εικόνες και αποδίδει τιμή στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Η λατρεία του πιστού αποδίδεται μόνο στον Θεό.

9. σελ. 81 και 85. Υπογραμμίζω και θυμάμαι, ναοδομία, εκκλησιαστικκή μουσική.

  • Ναοδομία: ρυθμός βασιλικής, περίκεντρος, βασιλική με θόλο, βυζαντινός σταυροειδής εγγεγραμμένος, που συμβολίζει το κτιστό και το άκτιστο.
  • Αγιογραφία: νωπογραφίες, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, φορητές εικόνες. Μέχρι την εικονομαχία χαρακτηρίζονται από τον νατουραλισμό της ε