Διαλέξτε μία πόλη της Ελλάδας όπου δίδαξε ο απόστολος Παύλος στη Β’ Περιοδεία.

3. Σαββίνα Ερ. – Αντωνία Κ., Θεόφιλος Β. – Κωνσταντίνος Β., Μαρία Ανδ.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του μετά την αποστολική σύνοδο της Ιερουσαλήμ. Ξεκίνησε από την Αντιόχεια με την συνοδεία του Σίλα, με σκοπό να επισκεφθεί τους χριστιανούς της Μ. Ασίας. Μετά από επίσκεψη στην εκκλησία της Λυκαονίας, και με τη συνοδεία και του Τιμόθεου, πηγαίνει στη Φρυγία, στη Γαλατική χώρα και στη Τρωάδα. Εκεί βλέποντας όραμα έναν άνδρα της Μακεδονίας να τον καλεί να την επισκεφθεί, το θεώρησε μήνυμα από τον Θεό και με ένα πλοίο πήγε στην Καβάλα και μετά οδικώς στους Φιλίππους, όπου ήταν ο πρώτος ιεραποστολικός σταθμός στην Ευρώπη. Παρ΄όλα αυτά επιεδή η εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη που δέχτηκε τις δύο πρώτες επιστολές του αποστόλου, θεωρείται και σημαντικότερη. Ο απόστολος Παύλος ακολουθούσε δύο τακτικές στο ιεραποστολικό του έργο. Πρώτη τακτική του Παύλου ήταν να επιλέγει πόλεις που διακρίνονταν για την γεωγραφική τους θέση και την εμπορική τους κίνηση , και επομένως ήταν πολυπληθείς και γεμάτες ξένους. Στην Θεσσαλονίκη ο πληθυσμός ήταν γύρω στις διακόσιες χιλιάδες αποτελούμενος κυρίως  από Έλληνες, Ρωμαίους και Εβραίους, καθώς και από πολλούς ξένους. Ο πληθυσμός αυτός εκτός από τους Ελληνικούς θεούς λάτρευε και ανατολικούς θεούς όπως την Ίσιδα και τον Σέραπι. Η δεύτερη τακτική του Παύλου, ήταν να κηρύττει αρχικά στις Ιουδαϊκές συναγωγές. Ο Παύλος είχε σαν σκοπό να μιλήσει στους ακροατές του για τον Ιησού Χριστό και να πληροφορήσει ότι στο πρόσωπό του πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Το κήρυγμα του Παύλου περιλάμβανε την επιστροφή από την ειδωλολατρία στον αληθινό Θεό, και την αναμονή της ενδόξου επανόδου του Χριστού.
Το κήρυγμα του Παύλου βρήκε μεγάλη απήχηση κυρίως στους εθνικούς της πόλης, που απάρτισαν και την πρώτη χριστιανική κοινότητα της πόλης. Στην Θεσσαλονίκη δέχτηκαν το κήρυγμα του Παύλου και πολλές γυναίκες από τις ανώτερες τάξεις της πόλης. Μεταξύ των πρώτων χριστιανών ήταν και ο Αρίσταρχος και ο Γάϊος Σεκούντος και τους οποίους αναφέρει ο Λουκάς σαν συνεργάτες του Παύλου και σαν πρώτους επισκόπους της πόλης.  Ο Παύλος έμεινε στη Θεσσαλονίκη για μερικούς περίπου τρία Σάββατα, ενώ κατά άλλους περίπου 2-3 μήνες όπου συνέχισε να διδάσκει αλλά και να εργάζεται παράλληλα για να συντηρηθεί. Ο Παύλος με το κήρυγμά του είχε σκοπό να γνωρίσει στους ακορατές του ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε και ότι στο πρόσωπό του πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Ένα άλλο θέμα της θοελογίας του Παύλου ήταν η αναμονή της δευτέρα Παρουσίας του Χριστού. Ο Παύλος θεώρησε ότι για να πλησιάσει κανείς τον Χριστό αφήνοντας την προπαγάνδα των Ιουδαίων ή τον πολυθεϊσμό των ειδωλολατρών πρέπει να γίνει μία προπαρασκευή με την εμβάθυνση της Αγίας Γραφής. Το δεύτερο στοιχείο που έθετε ο Παύλος ήταν η έντιμη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Οι Θεσσαλονικείς κατανόησαν σωστά το κήρυγμα και το έκαναν βίωμά τους ως λόγο Θεού.
Ο Παύλος στην Α’ προς Θεσσαλονικείς επιστολή κάνει λόγο με πολύ ενθουσιασμό για την πίστη των Θεσσαλονικέων. Η μεγάλη όμως επιτυχία του Παύλου στη Θεσσαλονίκη εξόργισε τους Ιουδαίους οι οποίοι αναζήτησαν τον Παύλο στο σπίτι κάποιου Ιάσονα και επειδή δεν τον βρήκαν έσυραν τον Ιάσονα και άλλους μπροστά στις αρχές κατηγορώντας τους για πρόκληση ταραχών. Μετά από αυτό ο Παύλος φυγαδεύτηκε στη Βέροια αφήνοντας το έργο του στη Θεσσαλονίκη ημιτελές.
Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι οι διωγμοί δεν στάθηκαν ικανοί να σταματήσουν το κήρυγμα του Παύλου αλλά αποτέλεσαν πηγή δύναμης στο να μεταφερθεί το κμήνυμα του ευαγγελίου όχι μόνο στην Μακεδονία αλλά παντού. Επομένως η Θεσαλονίκη αποτελεί σταθμό για την πενυματική πορεία της Ευρώπης.
Αφήνοντας πίσω την περασμένη εποχή  θα θέλαμε να επικεντρωθούμε στο έργο της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης και στη σημερινή μας εποχή. Κυρίως κατά την περίοδο από το 1840 μέχρι το 1928 η Ελληνική ορθόδοξη κοινότητα ίδρυσε και λειτούργησε τα σπουδαιότερα από τα σωζόμενα σήμερα φιλανθρωπικά  ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Η δομή της ορθόδοξης κονότητας καθώς και η θέση της μητρόπολης στην κοινότητα και στο φιλανθρωπικό έργο, δείχνουν πως η αγάπη μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε φιλανθρωπία από την εκκλησία που είχε την τύχη να ιδρυθεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο. Και στις μέρες μας λοιπόν η ορθόδοξη κοινότητα  ακολουθώντας την ίδια παράδοση συνεχίζει και διευρύνει το ίδιο φιλανθρωπικό έργο ακουλουθώντας τα βήματα του ιδρυτή της αποστόλου Παύλου.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/

Ἰωάννης Β. Βελιτσιάνος
Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ.  –
Επιστημονικός Συνεργάτης
(Ι.Ε.Θ.Π.)

Την εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη β΄ ιεραποστολική περιοδεία του[1], η οποία άρχισε μετά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (48/49) και συμπίπτει με τη νέα εποχή που αρχίζει στις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αρχικά ο Παύλος ξεκίνησε από την Αντιόχεια με τη συνοδεία του Σίλα, με σκοπό να επισκεφτεί τους χριστιανούς της Μ. Ασίας και να τους ενισχύσει στην πίστη τους.[2]  Μετά από επίσκεψη του Παύλου στις εκκλησίες της Λυκαονίας και με την προσθήκη στη συνοδεία του Τιμόθεου που τον παραλαμβάνει στα Λύστρα, πηγαίνει στη Φρυγία και στη Γαλατική χώρα και στη συνέχεια στην Τρωάδα, από όπου και ύστερα από ένα όραμα έρχεται στη Μακεδονία: « Και όραμα δια της νυκτός τω Παύλω ώφθη, ανήρ Μακεδών τις ην εστώς και παρακαλών αυτόν και λέγων.  διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πρξ. 16,9). Ο απόστολος Παύλος κατάλαβε πως η παράκληση αυτή του Μακεδόνα είναι η πρόσκληση του Θεού να ευαγγελισθούν το Όνομά του σ’ ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν που γνώριζαν μέχρι τώρα[3].  Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η παρουσία του Παύλου στη Μακεδονία χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικά γεγονότα: το πρώτο είναι το όραμα της Τρωάδας και το δεύτερο η σχέση που είχε το κήρυγμα του Παύλου στη Μακεδονία και στην Ελλάδα γενικότερα με τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου της Ιερουσαλήμ. Έτσι, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων, ο απόστολος Παύλος με τη συνοδεία του πήραν το πλοίο από την Τροία με προορισμό τη Σαμοθράκη και από εκεί βγήκαν στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινή Καβάλα) και έπειτα συνέχισαν πεζοί στους Φιλίππους.  Η πόλη των Φιλίππων ήταν ο πρώτος σταθμός της ιεραποστολικής δραστηριότητάς του στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ο ίδιος ακολουθώντας την Εγνατία οδό και περνώντας από την Αμφίπολη και την Απολλωνία έφθασε στη Θεσσαλονίκη[4]. Αν και οι Φίλιπποι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε το μήνυμα του ευαγγελίου από τον απόστολο Παύλο, η εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη που δέχτηκε τις δύο πρώτες επιστολές του αποστόλου των εθνών που αποτελούν και τα αρχαιότερα καινοδιαθηκικά κείμενα. Έτσι στην παρούσα μελέτη θα εστιάσουμε την έρευνά μας στον τρόπο μετάδοσης του λόγου του Κυρίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τον απόστολο Παύλο.
Καταρχήν, πρέπει να σημειώσουμε δύο βασικά πράγματα για την τακτική που ακολούθησε ο Παύλος στο ιεραποστολικό του έργο, την οποία εφάρμοσε και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης.
Η πρώτη του τακτική  είναι να επιλέγει πόλεις που διακρίνονταν για τη σημαντική γεωγραφική τους θέση και για την εμπορική τους κίνηση που σήμαινε ταυτόχρονα ότι ήταν όχι μόνο πολυπληθείς, αλλά ότι λόγω της σημασίας τις επισκέπτονταν και αρκετοί ξένοι για ποικίλους λόγους. Το ίδιο αναφέρει και ο Holzner∙ «ότι ο Παύλος προτιμούσε πάντοτε τις μεγάλες πόλεις, απ’ όπου μπορούσε μ’ ευκολία να γίνει ιεραποστολή προς τις μικρότερες»[5]. Η «μητρόπολις» της Μακεδονίας, όπως τη χαρακτήριζε ο Στράβων[6], στην οποία ο Παύλος διαγγέλλει το μήνυμα της νέας πίστης είναι η πλουσιότερη και πολυπληθέστερη πόλη της Μακεδονίας[7]. Ο πληθυσμός ανερχόταν πάνω από διακόσες χιλιάδες κατοίκους και κατοικούσαν κυρίως Έλληνες, Ρωμαίοι και Εβραίοι.  Η περιοχή της ήταν πλούσια, ενώ η θέση της διευκόλυνε το εμπόριο και τις κάθε είδους επικοινωνίες, θαλάσσιες και χερσαίες. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η Εγνατία οδός, η οποία εξασφάλιζε τον απόλυτο στρατηγικό έλεγχο και διευκόλυνε την οικονομική ανάπτυξη όλης της Μακεδονίας[8].  Παράλληλα και η θρησκευτική ζωή της πόλης ήταν έντονη και ποικίλη. Στη Θεσσαλονίκη λατρεύονταν πολλές και ξένες θεότητες, όπως ο  Απόλλων[9], ο Ζευς[10], η Αφροδίτη[11], ο Ασκληπιός[12], η Κόρη[13], οι Χάριτες[14], οι Διόσκουροι[15],  ο Ηρακλής[16] και κυρίως ο Διόνυσος[17], καθώς και ανατολικής προέλευσης θεότητες, όπως η Ίσις[18] και ο Σέραπις,[19] κ.ά.
Η δεύτερη τακτική του ήταν να κηρύττει αρχικά στις ιουδαϊκές συναγωγές. Ο λόγος ήταν ότι ο Ισραήλ είναι ο λαός που επέλεξε ο Θεός, ώστε μέσω αυτού η ανθρωπότητα να προετοιμασθεί για τον ερχομό του Μεσσία. Εξάλλου η Παλαιά Διαθήκη που διαβαζόταν και ερμηνευόταν στις συναγωγές ήταν «παιδαγωγός εις Χριστόν», οπότε σε θεωρητικό τουλάχιστον επίπεδο, οι κατά τόπους Ισραηλίτες της διασποράς θα δέχονταν ευκολότερα το μήνυμα του ευαγγελίου. Ο Παύλος το ίδιο έκανε και στη Θεσσαλονίκη, δηλαδή άρχισε το κήρυγμα του από την ιουδαϊκή συναγωγή[20]. Εκεί «…επί σάββατα τρία διελέξατο αυτοίς από των γραφών, διανοίγων και παρατιθέμενος ότι τον Χριστόν έδει παθείν και αναστήναι εκ νεκρών και ότι ούτος έστιν ο Χριστός ο Ιησούς ον εγώ καταγγέλλω υμίν»[21]. Ο Παύλος είχε ως σκοπό να γνωρίσει στους ακροατές του για τον Ιησού Χριστό και να πληροφορήσει ότι στο πρόσωπο του Χριστού πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης.  Το κήρυγμα του Παύλου περιλάμβανε ακόμη και δύο βασικά στοιχεία, την επιστροφή από την ειδωλολατρία στον αληθινό Θεό και την αναμονή της ενδόξου επανόδου του Χριστού, ο οποίος θα λυτρώσει τους πιστούς «εκ της οργής της ερχομένης»[22].  Το κήρυγμα του Παύλου βρήκε μεγαλύτερη απήχηση στους εθνικούς της πόλης. Κατά τη διήγηση των Πράξεων 17,4 μόνο «τινές» εκ των Ιουδαίων «επείσθησαν», ενώ αντίθετα «προσεκληρώθησαν τω Παύλω και τω Σιλά, των τε σεβομένων Ελλήνων πλήθος πολύ, γυναικών τε των πρώτων ουκ ολίγαι». Η υποδοχή του κηρύγματος που έκαναν οι Θεσσαλονικείς και η προβολή των επιτευγμάτων τους στη νέα πίστη διακρίνεται καθαρά στην Α΄ επιστολή προς Θεσσαλονικείς (1,9). Η πρώτη χριστιανική κοινότητα της Θεσσαλονίκης απαρτίσθηκε κυρίως από τους «σεβόμενους έλληνας», δηλ. από τους εθνικούς, οι οποίοι ήταν κουρασμένοι από την κενότητα των ειδωλολατρικών θρησκειών. Μια από τις αφορμές για τις ταραχές, τις οποίες προκάλεσαν οι Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης, όπως θα κάνουμε λόγο και παρακάτω, και οδήγησαν στην εσπευσμένη αναχώρηση του αποστόλου από την πόλη αποτέλεσε και η απήχηση που είχε το κήρυγμα στις τάξεις των «σεβόμενων τον θεόν» (Πρξ. 17,4εξ.). Πρόκειται για μια ομάδα εθνικών, η οποία επισκέπτεται την ιουδαϊκή συναγωγή και παρακολουθεί εκεί τις ιουδαϊκές λατρευτικές συνάξεις με κέντρο την εξήγηση των Γραφών (Πρξ. 16,12). Όπως και σε άλλες πόλεις του ελληνορωμαϊκού κόσμου, έτσι και στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι εθνικοί εκδηλώνουν ενδιαφέρον για τη λατρεία και το Θεό των Ιουδαίων, συχνάζουν στις συναγωγές τους και αποτελούν για τους τελευταίους έναν τόσο σημαντικό παράγοντα ώστε να προβαίνουν σε ταραχές, όταν κινδυνεύουν να χάσουν τη συμπάθειά τους.

Επίσης δεν πρέπει να παραθεωρείται  το γεγονός ότι στη Θεσσαλονίκη δέχτηκαν το κήρυγμα του Παύλου και πολλές γυναίκες από τις ανώτερες τάξεις της πόλης[23]. Μεταξύ των πρώτων χριστιανών ήταν και οι Αρίσταρχος, Γάϊος Σεκούνδος, τους οποίους αναφέρει ο Λουκάς ως συνεργάτες του Παύλου από τη Θεσσαλονίκη[24].  Παρόμοια αναφορά γίνεται και στην προς Κολοσσαείς επιστολή στην οποία αναφέρεται ο Αρίσταρχος ως Θεσσαλονικεύς ιουδαιοχριστιανός[25].  Η παράδοση, όπως απηχείται στο ρωμαϊκό ημερολόγιο, θέλει τον Αρίσταρχο ως πρώτο επίσκοπο Θεσσαλονίκης, ενώ άλλη παράδοση που εκπροσωπεί ο Ωριγένης θεωρεί σαν πρώτο επίσκοπο το Γάϊο.

Το χωρίο των Πράξεων[26] αναφέρει ότι ο Παύλος έμεινε στη Θεσσαλονίκη «επί σάββατα τρία», δηλαδή από 16 έως 27 μέρες ενώ η Α΄ επιστολή προς Θεσσαλονικείς υπαινίσσεται μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, το οποίο πολλοί το υπολογίζουν σε  2-3 μήνες. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα   ο Παύλος είχε το χρόνο να εργαστεί με τα ίδια του τα χέρια[27], να δεχτεί βοηθήματα εκ μέρους των Φιλιππησίων[28] και να δράσει ιεραποστολικά[29]. Πάντως η σχέση εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε ανάμεσα στον Παύλο και τους Θεσσαλονικείς προϋπόθετε μεγάλο χρονικό διάστημα. Βραδύτερο χρονικό διάστημα υπολογιζόταν και η προσωπική του εργασία, για την οποία κάνει λόγο στην Α΄ επιστολή προς Θεσσαλονικείς (2,8), δηλ. για μια μακρά παραμονή του στην πόλη θα ήταν φυσικό επακόλουθο να εργαστεί για τη συντήρησή του. Επίσης μεγάλο χρονικό διάστημα προϋποθέτουν οι δυο αποστολές υλικής βοήθειας από τους Φιλιππησίους στον Παύλο (Φιλιπ. 4,16), καθώς και η αναφορά του Παύλου σε θανάτους μελών της χριστιανικής κοινότητας (Α΄ Θεσ. 4,13). Τα επιχειρήματα αυτά, όπως και αρκετά άλλα, είναι ισχυρά όχι όμως απόλυτα πειστικά.
Ο Παύλος με το κήρυγμά του ήταν να γνωρίσει στους ακροατές του τον Ιησού Χριστό, ο οποίος έπαθε και αναστήθηκε για τη σωτηρία του ανθρώπου και να τους πληροφορήσει ότι στο πρόσωπο του Χριστού πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Π. Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο ο Παύλος διάλεξε ως θέμα της ομιλίας του,  το 53 κεφάλαιο του προφήτη Ησαΐα (53, 3-8)  για τα πάθη του Μεσσία[30]. Ένα άλλο κεντρικό θέμα της παύλειας θεολογίας ήταν η αναμονή της δευτέρας παρουσίας του Χριστού, ο οποίος θα λυτρώσει τους πιστούς «εκ της οργής της ερχομένης», όπως προκύπτει από την Α΄ Θεσ. (1,10). Κατά την παύλεια θεολογία ο αμαρτωλός άνθρωπος, είτε εθνικός είτε Ιουδαίος, είναι αντικείμενο της θείας οργής. Το σχέδιο του Θεού, όμως είναι σχέδιο ευσπλαχνίας και μπορούν όλοι να σωθούν, αν μετανοήσουν κατά την ερμηνεία των πατέρων[31]. Ο Χριστός όμως με το σταυρικό του θάνατο και την ανάστασή του προλαβαίνει για τους πιστούς την οργή των εσχάτων χρόνων[32].  Στο στίχο 10 «και αναμένειν τον υιόν αυτού εκ των ουρανών, ον ήγειρεν εκ των νεκρών, Ιησούν τον ρυόμενον ημάς εκ της οργής της ερχομένης» ο Παύλος τοποθετεί το «αναμένειν», το οποίο είναι χαρακτηριστικό της σταθερής ελπίδας των Θεσσαλονικέων στον ερχομό του Χριστού.  Η αφοσίωση των πιστών στο Θεό που εκφράζεται με τη φράση «δουλεύειν Θεώ», είναι ένα προϊόν της αγάπης των Θεσσαλονικέων, γιατί γίνεται με τη δική τους θέληση και το «αναμένειν τον υιόν αυτού» είναι η «υπομονή της ελπίδος» στη δευτέρα παρουσία του Χριστού.
Ο Παύλος ήδη στην αρχή της Α΄ Θεσσαλονικείς επιστολή (1, 3-8), κάνει λόγο με πολύ ενθουσιασμό για την πίστη των Θεσσαλονικέων[33]. Τους χαρακτηρίζει «…τύπον πάσιν τοις πιστεύουσιν εν τη Μακεδονία και εν τη Αχαΐα» (1,7) και λέγει ότι ο απόηχος της πίστης τους ξεπέρασε τα όρια της Μακεδονίας και της Αχαΐας και έγινε γνωστός∙ «αφ’ υμών γαρ εξήχηται ο λόγος του κυρίου ου μόνον εν τη Μακεδονία και εν τη Αχαΐα, αλλ’  εν παντί τόπω…» (1,8).  Με το ρ. «εξήχηται» ο Παύλος θέλει να εξάρει την ορμητικότητα, τη δύναμη και την ταχύτητα, με τα οποία διαδόθηκε «ο λόγος του κυρίου» από τους χριστιανούς της Θεσσαλονίκης, ενώ με το «εν παντί τόπω» τονίζει την έκταση, την οποία έλαβε η νέα κατάσταση που δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη το κήρυγμά του.
Η μεγάλη επιτυχία του έργου του Παύλου στη Θεσσαλονίκη εξόργισε τους Ιουδαίους, οι οποίοι «προσλαβόμενοι των αγοραίων άνδρας τινάς πονηρούς και οχλοποιήσαντες εθορύβουν την πόλιν» (Πρξ. 17,5). Αναζήτησαν τον Παύλο και τους συνεργάτες του στο σπίτι του Ιάσονα[34] και «μη ευρόντες δε αυτούς έσυρον Ιάσονα και τινάς αδελφούς επί τους πολιτάρχας βοώντες ότι οι την οικουμένην αναστατώσαντες ούτοι και ενθάδε πάρεισιν, ους υποδέδεκται Ιάσων» (Πρξ. 17, 6-7).  Ίσως λόγω της αυξημένης εξουσίας που είχαν οι πολιτάρχες[35] μέσα στις μακεδονικές πόλεις καθώς και των δικαστικών τους αρμοδιοτήτων, το οργισμένο πλήθος, σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων, οδήγησε τον Παύλο και τους συνεργάτες του μπροστά σ’ αυτούς (Πρξ. 17, 6-8).  Η κατηγορία που διατύπωσαν εναντίον των φιλοξενούμενων του Ιάσονα ήταν πολιτική (Πρξ. 17,7). Αυτό συγκλόνισε «τον όχλον και τους πολιτάρχας» (Πρξ. 17,7) αλλά το θέμα διευθετήθηκε, δηλ. ο Ιάσονας πλήρωσε ικανοποιητική εγγύηση και αφέθηκε ελεύθερος. Μετά από όλα αυτά τα γεγονότα οι νέοι χριστιανοί φρόντισαν να φυγαδεύσουν τον Παύλο με τους συνεργάτες του στη Βέροια για να συνεχίσει εκεί το ιεραποστολικό του έργο.
Όσο αφορά την πολεμική που δέχτηκε ο Παύλος, αν προέρχονταν αποκλειστικά από Ιουδαίους, ενδεχομένως να το ανέφερε στην επιστολή του, όπως κάνει στο 2,14εξ, όταν υπαινίσσεται τις διώξεις που εκείνοι προκάλεσαν εναντίον του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Παύλος κατηγορήθηκε ότι επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη για ιδιοτελείς σκοπούς και ότι δεν διέφερε από τους άλλους ομιλητές που ερχόταν στην πόλη. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η συχνή παρουσία στην πόλη ρητόρων, μάγων, φιλοσόφων κάθε ειδικότητας, προελεύσεως και ικανότητας δημιουργούσε στους κατοίκους της Θεσσαλονίκης κάποια δυσπιστία απέναντί τους. Ήταν αναπόφευκτο να εντάξουν και τον Παύλο στην ίδια κατηγορία και να διατυπώσουν τις επιφυλάξεις τους για την αγνότητα των προθέσεων και την ανυστεροβουλία του. Το πιο πιθανό είναι ότι Ιουδαίοι και εθνικοί με τις διάφορες συζητήσεις που έκαναν μεταξύ τους έβρισκαν επιχειρήματα και κατηγορίες εναντίον του Παύλου επιδιώκοντας αφ’ ενός να μειώσουν την αξία του κηρύγματος και αφ’ έτερου να κλονίσουν την πίστη των νεοφώτιστων[36].
Η βίαιη απομάκρυνση του Παύλου από τη Θεσσαλονίκη άφησε ημιτελές το έργο του. Διαρκώς η σκέψη του βρ