Διαλέξτε μία πόλη της Ελλάδας όπου δίδαξε ο απόστολος Παύλος στη Β’ Περιοδεία.

3. Σαββίνα Ερ. – Αντωνία Κ., Θεόφιλος Β. – Κωνσταντίνος Β., Μαρία Ανδ.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ  ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ

Την Εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη δεύτερη ιεραποστολική περιοδεία του μετά την αποστολική σύνοδο της Ιερουσαλήμ. Ξεκίνησε από την Αντιόχεια με την συνοδεία του Σίλα, με σκοπό να επισκεφθεί τους χριστιανούς της Μ. Ασίας. Μετά από επίσκεψη στην εκκλησία της Λυκαονίας, και με τη συνοδεία και του Τιμόθεου, πηγαίνει στη Φρυγία, στη Γαλατική χώρα και στη Τρωάδα. Εκεί βλέποντας όραμα έναν άνδρα της Μακεδονίας να τον καλεί να την επισκεφθεί, το θεώρησε μήνυμα από τον Θεό και με ένα πλοίο πήγε στην Καβάλα και μετά οδικώς στους Φιλίππους, όπου ήταν ο πρώτος ιεραποστολικός σταθμός στην Ευρώπη. Παρ΄όλα αυτά επιεδή η εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη που δέχτηκε τις δύο πρώτες επιστολές του αποστόλου, θεωρείται και σημαντικότερη. Ο απόστολος Παύλος ακολουθούσε δύο τακτικές στο ιεραποστολικό του έργο. Πρώτη τακτική του Παύλου ήταν να επιλέγει πόλεις που διακρίνονταν για την γεωγραφική τους θέση και την εμπορική τους κίνηση , και επομένως ήταν πολυπληθείς και γεμάτες ξένους. Στην Θεσσαλονίκη ο πληθυσμός ήταν γύρω στις διακόσιες χιλιάδες αποτελούμενος κυρίως  από Έλληνες, Ρωμαίους και Εβραίους, καθώς και από πολλούς ξένους. Ο πληθυσμός αυτός εκτός από τους Ελληνικούς θεούς λάτρευε και ανατολικούς θεούς όπως την Ίσιδα και τον Σέραπι. Η δεύτερη τακτική του Παύλου, ήταν να κηρύττει αρχικά στις Ιουδαϊκές συναγωγές. Ο Παύλος είχε σαν σκοπό να μιλήσει στους ακροατές του για τον Ιησού Χριστό και να πληροφορήσει ότι στο πρόσωπό του πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Το κήρυγμα του Παύλου περιλάμβανε την επιστροφή από την ειδωλολατρία στον αληθινό Θεό, και την αναμονή της ενδόξου επανόδου του Χριστού.
Το κήρυγμα του Παύλου βρήκε μεγάλη απήχηση κυρίως στους εθνικούς της πόλης, που απάρτισαν και την πρώτη χριστιανική κοινότητα της πόλης. Στην Θεσσαλονίκη δέχτηκαν το κήρυγμα του Παύλου και πολλές γυναίκες από τις ανώτερες τάξεις της πόλης. Μεταξύ των πρώτων χριστιανών ήταν και ο Αρίσταρχος και ο Γάϊος Σεκούντος και τους οποίους αναφέρει ο Λουκάς σαν συνεργάτες του Παύλου και σαν πρώτους επισκόπους της πόλης.  Ο Παύλος έμεινε στη Θεσσαλονίκη για μερικούς περίπου τρία Σάββατα, ενώ κατά άλλους περίπου 2-3 μήνες όπου συνέχισε να διδάσκει αλλά και να εργάζεται παράλληλα για να συντηρηθεί. Ο Παύλος με το κήρυγμά του είχε σκοπό να γνωρίσει στους ακορατές του ότι ο Ιησούς Χριστός αναστήθηκε και ότι στο πρόσωπό του πραγματοποιήθηκαν οι υποσχέσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Ένα άλλο θέμα της θοελογίας του Παύλου ήταν η αναμονή της δευτέρα Παρουσίας του Χριστού. Ο Παύλος θεώρησε ότι για να πλησιάσει κανείς τον Χριστό αφήνοντας την προπαγάνδα των Ιουδαίων ή τον πολυθεϊσμό των ειδωλολατρών πρέπει να γίνει μία προπαρασκευή με την εμβάθυνση της Αγίας Γραφής. Το δεύτερο στοιχείο που έθετε ο Παύλος ήταν η έντιμη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Οι Θεσσαλονικείς κατανόησαν σωστά το κήρυγμα και το έκαναν βίωμά τους ως λόγο Θεού.
Ο Παύλος στην Α’ προς Θεσσαλονικείς επιστολή κάνει λόγο με πολύ ενθουσιασμό για την πίστη των Θεσσαλονικέων. Η μεγάλη όμως επιτυχία του Παύλου στη Θεσσαλονίκη εξόργισε τους Ιουδαίους οι οποίοι αναζήτησαν τον Παύλο στο σπίτι κάποιου Ιάσονα και επειδή δεν τον βρήκαν έσυραν τον Ιάσονα και άλλους μπροστά στις αρχές κατηγορώντας τους για πρόκληση ταραχών. Μετά από αυτό ο Παύλος φυγαδεύτηκε στη Βέροια αφήνοντας το έργο του στη Θεσσαλονίκη ημιτελές.
Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι οι διωγμοί δεν στάθηκαν ικανοί να σταματήσουν το κήρυγμα του Παύλου αλλά αποτέλεσαν πηγή δύναμης στο να μεταφερθεί το κμήνυμα του ευαγγελίου όχι μόνο στην Μακεδονία αλλά παντού. Επομένως η Θεσαλονίκη αποτελεί σταθμό για την πενυματική πορεία της Ευρώπης.
Αφήνοντας πίσω την περασμένη εποχή  θα θέλαμε να επικεντρωθούμε στο έργο της Εκκλησίας της Θεσσαλονίκης και στη σημερινή μας εποχή. Κυρίως κατά την περίοδο από το 1840 μέχρι το 1928 η Ελληνική ορθόδοξη κοινότητα ίδρυσε και λειτούργησε τα σπουδαιότερα από τα σωζόμενα σήμερα φιλανθρωπικά  ιδρύματα της Θεσσαλονίκης. Η δομή της ορθόδοξης κονότητας καθώς και η θέση της μητρόπολης στην κοινότητα και στο φιλανθρωπικό έργο, δείχνουν πως η αγάπη μπόρεσε να μεταμορφωθεί σε φιλανθρωπία από την εκκλησία που είχε την τύχη να ιδρυθεί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο. Και στις μέρες μας λοιπόν η ορθόδοξη κοινότητα  ακολουθώντας την ίδια παράδοση συνεχίζει και διευρύνει το ίδιο φιλανθρωπικό έργο ακουλουθώντας τα βήματα του ιδρυτή της αποστόλου Παύλου.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/

Ἰωάννης Β. Βελιτσιάνος
Διδάκτωρ Θεολογίας Α.Π.Θ.  –
Επιστημονικός Συνεργάτης
(Ι.Ε.Θ.Π.)

Την εκκλησία της Θεσσαλονίκης ίδρυσε ο Παύλος κατά τη β΄ ιεραποστολική περιοδεία του[1], η οποία άρχισε μετά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (48/49) και συμπίπτει με τη νέα εποχή που αρχίζει στις σχέσεις Ελληνισμού και Χριστιανισμού. Αρχικά ο Παύλος ξεκίνησε από την Αντιόχεια με τη συνοδεία του Σίλα, με σκοπό να επισκεφτεί τους χριστιανούς της Μ. Ασίας και να τους ενισχύσει στην πίστη τους.[2]  Μετά από επίσκεψη του Παύλου στις εκκλησίες της Λυκαονίας και με την προσθήκη στη συνοδεία του Τιμόθεου που τον παραλαμβάνει στα Λύστρα, πηγαίνει στη Φρυγία και στη Γαλατική χώρα και στη συνέχεια στην Τρωάδα, από όπου και ύστερα από ένα όραμα έρχεται στη Μακεδονία: « Και όραμα δια της νυκτός τω Παύλω ώφθη, ανήρ Μακεδών τις ην εστώς και παρακαλών αυτόν και λέγων.  διαβάς εις Μακεδονίαν βοήθησον ημίν» (Πρξ. 16,9). Ο απόστολος Παύλος κατάλαβε πως η παράκληση αυτή του Μακεδόνα είναι η πρόσκληση του Θεού να ευαγγελισθούν το Όνομά του σ’ ένα κόσμο διαφορετικό απ’ αυτόν που γνώριζαν μέχρι τώρα[3].  Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η παρουσία του Παύλου στη Μακεδονία χαρακτηρίζεται από δύο σημαντικά γεγονότα: το πρώτο είναι το όραμα της Τρωάδας και το δεύτερο η σχέση που είχε το κήρυγμα του Παύλου στη Μακεδονία και στην Ελλάδα γενικότερα με τις αποφάσεις της Αποστολικής Συνόδου της Ιερουσαλήμ. Έτσι, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων, ο απόστολος Παύλος με τη συνοδεία του πήραν το πλοίο από την Τροία με προορισμό τη Σαμοθράκη και από εκεί βγήκαν στο λιμάνι της Νεάπολης (σημερινή Καβάλα) και έπειτα συνέχισαν πεζοί στους Φιλίππους.  Η πόλη των Φιλίππων ήταν ο πρώτος σταθμός της ιεραποστολικής δραστηριότητάς του στο ευρωπαϊκό έδαφος. Ο ίδιος ακολουθώντας την Εγνατία οδό και περνώντας από την Αμφίπολη και την Απολλωνία έφθασε στη Θεσσαλονίκη[4]. Αν και οι Φίλιπποι είναι η πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε το μήνυμα του ευαγγελίου από τον απόστολο Παύλο, η εκκλησία της Θεσσαλονίκης είναι η πρώτη που δέχτηκε τις δύο πρώτες επιστολές του αποστόλου των εθνών που αποτελούν και τα αρχαιότερα καινοδιαθηκικά κείμενα. Έτσι στην παρούσα μελέτη θα εστιάσουμε την έρευνά μας στον τρόπο μετάδοσης του λόγου του Κυρίου στην πόλη της Θεσσαλονίκης από τον απόστολο Παύλο.
Καταρχήν, πρέπει να σημειώσουμε δύο βασικά πράγματα για την τακτική που ακολούθησε ο Παύλος στο ιεραποστολικό του έργο, την οποία εφάρμοσε και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης.
Η πρώτη του τακτική  είναι να επιλέγει πόλεις που διακρίνονταν για τη σημαντική γεωγραφική τους θέση και για την εμπορική τους κίνηση που σήμαινε ταυτόχρονα ότι ήταν όχι μόνο πολυπληθείς, αλλά ότι λόγω της σημασίας τις επισκέπτονταν και αρκετοί ξένοι για ποικίλους λόγους. Το ίδιο αναφέρει και ο Holzner∙ «ότι ο Παύλος προτιμούσε πάντοτε τις μεγάλες πόλεις, απ’ όπου μπορούσε μ’ ευκολία να γίνει ιεραποστολή προς τις μικρότερες»[5]. Η «μητρόπολις» της Μακεδονίας, όπως τη χαρακτήριζε ο Στράβων[6], στην οποία ο Παύλος διαγγέλλει το μήνυμα της νέας πίστης είναι η πλουσιότερη και πολυπληθέστερη πόλη της Μακεδονίας[7]. Ο πληθυσμός ανερχόταν πάνω από διακόσες χιλιάδες κατοίκους και κατοικούσαν κυρίως Έλληνες, Ρωμαίοι και Εβραίοι.  Η περιοχή της ήταν πλούσια, ενώ η θέση της διευκόλυνε το εμπόριο και τις κάθε είδους επικοινωνίες, θαλάσσιες και χερσαίες. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η Εγνατία οδός, η οποία εξασφάλιζε τον απόλυτο στρατηγικό έλεγχο και διευκόλυν