ΕΝΟΤΗΤΑ 30 Η ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

http://users.sch.gr/geioanni/sel-ekpaideusi/sxolikes_ergasies/TRITH-GYMNASIOY-THRHSKEYTIKA/sel_2=16-30/30.htm



ΣΧΕΔΙΑΓΡΑΜΜΑ


      Α.    ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ :  ΔΩΡΟ ΚΑΙ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ 

Ø        Οι Οθωμανοί κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (15ος αι.)
Ιδρύθηκε νέο πολυεθνικό κράτος
Αναγνωρίστηκαν 4 Θρησκευτικά Μιλέτια  [ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ-ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ-ΑΡΜΕΝΙΟΙ-ΕΒΡΑΙΟΙ]
Χριστιανοί ήταν όλοι οι Βαλκανικοί Λαοί – τους ένωσε η εκκλησία

Ø         Παραχωρήθηκαν ΠΡΟΝΟΜΙΑ στους κατακτημένους λαούς
Στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίστηκαν τα προνόμια που είχε την εποχή του Βυζαντίου
Πατριάρχης – Εθνάρχης (εθνικός ηγέτης των Ελλήνων και όλων των άλλων ορθόδοξων λαών)

Ø        Ο Σουλτάνος μπορούσε να κατηγορήσει τον Πατριάρχη όταν οι Χριστιανοί δεν πειθαρχούσαν.

Ø         Τα προνόμια έδωσαν τη δυνατότητα στο “ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΓΕΝΟΣ” να μείνει ενωμένο και να επιβιώσει


Β.    ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ

Ø       Βίαιοι Εξισλαμισμοί των υπόδουλων
Χριστιανοί άλλαζαν την πίστη τους για οικονομικό και κοινωνικό όφελος
Κάποιοι αποδέχονταν επιφανειακά το Ισλάμ – παρέμεναν κρυφά Χριστιανοί.

Ø       Πολλοί οδηγούνταν στο μαρτύριο (Νεομάρτυρες)
“Νέο Μαρτυρολόγιο” Νικοδήμου Αγιορείτου
Εθνομάρτυρες:(Κληρικοί και Λαϊκοί που θυσίασαν τη ζωή τους για την πατρίδα κατά το 1821).
Η Εκκλησία αντιμετώπισε με ανοχή τη χρήση όπλων από κληρικούς
(‘Υπερασπίστηκαν τα Ιερά και τα Όσια της Πατρίδας, και αξίες όπως την Ελευθερία’)


Γ.    Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝ

Ø       Κοινότητες :
Οι Άρχοντες εκλέγονταν από το λαό.
Ο  Μητροπολίτης ήταν Πρόεδρος των Συνελεύσεων
Τους φόρους προς το Κράτος τους πλήρωνε η Κοινότητα
Οι εισφορές των πλουσίων κάλυπταν τις εισφορές των πτωχότερων

Ø       Κέντρο της Κοινότητας ο Ναός :
Μετά τη λειτουργία στο προαύλιο συζητούσαν τα κοινά.

Ø       ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Η ΠΑΙΔΕΙΑ
α.  Ή Εκκλησία ήταν ο μόνος οργανωμένος φορέας
β.  Παράδοση στα εκπαιδευτικά ζητήματα
γ.  Πατριαρχική Ακαδημία (Ιδρύθηκε από τον Γεννάδιο Σχολάριο)
δ.  Τυπογραφείο στην Πατριαρχική Ακαδημία (το ίδρυσε ο Κύριλλος Λούκαρης)
ε. 

Ø       α.   Σχολές Πανεπιστημιακού Επιπέδου:
στη Σμύρνη, Γιάννενα, Αθήνα, Δημητσάνα, Νάξο,  Άγιο Όρος, Θεσσαλονίκη, Πάτμο
β.   Οι Ιερείς και οι Μοναχοί στα χωριά  δίδασκαν τα παιδιά  ανάγνωση και γραφή :
Χρησιμοποιούσαν Εκκλησιαστικά Βιβλία (Ψαλτήριο, Αναστασιματάριο κ.λ.π.).
(Έτσι αναπτύχθηκε ο μύθος του “κρυφού σχολειού”)

Ø       ΜΕΡΙΚΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ:
Ηλίας Μηνιάτης
Ευγένιος Βούλγαρης
Νικηφόρος Θεοτόκης.
Κοσμάς ο Αιτωλός.
Νικόδημος Αγιορείτης
Αθανάσιος Πάριος

(Διατήρησαν τη Χριστιανική Πίστη, την Εθνική Μνήμη και την Ελληνική Γλώσσα)

ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ




ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ – ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ (ΣΕΛΙΔΑ 122 του βιβλίου)


ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ 1:      

Ø        Κάθε κοινότητα ήταν ως ένα βαθμό αυτοδιοικούμενη. Κέντρο ήταν ο Ενοριακός Ναός.
Εκεί οι υπόδουλοι τελούσαν τη Λειτουργία και οργάνωναν την κοινωνική τους ζωή.
Εκεί επικοινωνούσαν μεταξύ τους, εκφράζονταν ελεύθερα και αισθάνονταν ενωμένοι και συσπειρωμένοι

Η πλειοψηφία των επιστημόνων βλέπει στο βυζαντινό χωρίο (τη μικρότερη διοικητική μονάδα του βυζαντινού κρατικού συστήματος) μια ιστορική επιβίωση του αρχαίου δήμου, όπως διασώθηκε στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες που δημιουργήθηκαν από τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου και εξής. Ισχυρό, ωστόσο, μειονέκτημα αυτής της προσέγγισης είναι το γεγονός ότι οι πρώτες μαρτυρίες για τα βυζαντινά χωρία προέρχονται όχι από τον χώρο της μητροπολιτικής Ελλάδας, αλλά από τη Μ. Ασία, όπου το δημοκρατικό άστυ δεν είχε μεγάλη ιστορική παράδοση.

Οι δυτικοί, κυρίως, επιστήμονες επισημαίνουν στις πρακτικές μεθόδους της κοινότητας την αναγνώριση της δομής της ρωμαϊκής Συγκλήτου.

Τέλος, όσοι επισημαίνουν την οργανική σχέση ανάμεσα στο βυζαντινό χωρίο και τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες που μετεξελίχθηκαν στις γνωστές ενορίες, δίνουν έμφαση στη θρησκευτική δομή του χωρίου, αλλά στην περίπτωση αυτή, οι αναμνήσεις από την ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα δεν ακυρώνονται.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, η οργάνωση της κοινότητας παρουσιάζεται ακμαία με τον θρησκευτικό και πολυεθνικό (για την ακρίβεια, οικουμενικά ελληνικό) χαρακτήρα της. Η σημαντική διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι, ενώ πριν αποτελούσε το θεμελιώδες διοικητικό κύτταρο του επίσημου κράτους, τώρα μετασχηματίζεται σε διοικητικό κύτταρο της ίδιας της Εκκλησίας, η οποία με τη σειρά της αποτελεί το μόνο αναγνωρισμένο πολιτικό σχήμα των μη μουσουλμανικών πληθυσμών στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η ύπαρξη κοινότητας στις επαρχίες όσο και στο κέντρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας προϋπέθετε την ύπαρξη ναού ως αποδεικτικού στοιχείου της λαϊκής αποδοχής της χριστιανικής ιδιότητας μέσω της συμμετοχής στη λατρεία. Έπρεπε δηλαδή ο λαός να πηγαίνει στην εκκλησία για να τεκμηριώνει την ύπαρξη κοινότητας. Χωρίς ναό και θέση ιερέα, οι χριστιανοί μιας περιοχής υποχρεώνονταν ή να εξισλαμιστούν ή να μετοικήσουν, ώστε να απαρτίσουν ενορία.

Αλλά και η Εκκλησία δεν προέβλεπε διοικητικές θέσεις χωρίς προηγούμενη ενυπόγραφη δήλωση των χριστιανών μιας περιοχής. Μάλιστα, ήταν αδύνατο να προβιβάσει μία επισκοπή σε μητρόπολη ή αρχιεπισκοπή χωρίς τη συγκατάθεση του ποιμνίου.

Αυτή η στενή αλληλεξάρτηση προέκυψε αναγκαστική, αφού ο κλήρος μισθοδοτείτο από τον λαό και ο λαός αποκτούσε δικαίωμα εθνικής και κοινωνικής διαφοροποίησης από τους μουσουλμάνους, επειδή ακριβώς ανήκε στο εκκλησιαστικό σύστημα.

Ασφαλώς, η Εκκλησία ούτε μπορούσε ούτε διανοήθηκε ποτέ να δημιουργήσει ελληνική εθνική προπαγάνδα. Όχι μόνο γιατί ο φυλετισμός αντίκειται στους Κανόνες της, αλλά γιατί κυρίως το κοινωνικό στερεότυπο ήταν διαφορετικό και η εθνική ιδεολογία αγνοείτο στην Ανατολή, ως αστικό σύστημα σκέψης. Οι λαοί εκεί διαβιούσαν ακόμη σε προαστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Ούτε, λοιπόν, υπέρ ούτε κατά των Ελλήνων (ή άλλου έθνους) μπορούσε να ταχθεί το Πατριαρχείο, γιατί δεν είχε συλλάβει φυλετικά, έως σχεδόν και τον 18ο αιώνα, το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «έθνος».

(ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ  http://www.oodegr.com/oode/istoria/o8wmanoi/sklav_ekkl2.htm#1  )



ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ 2:      

Η θέση της Εκκλησίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία
και η έννοια των «προνομίων» της

Προοιμιακά, ας αποσαφηνιστούν τα ακόλουθα, για τα οποία οι επιστήμονες συμφωνούν με ελάχιστες επουσιώδεις αντιρρήσεις:

1. Αυτό το φαινόμενο που περιγράφουμε γενικευτικά ως (προνομιακή) θέση της Εκκλησίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είναι μία ασύγγνωστη παραβίαση της αλήθειας. Το ιερονομικό δίκαιο των μουσουλμάνων (Σαρία) δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη «νομικών προσώπων» (οργανισμών ή θεσμών), όπως η Εκκλησία, ή ο Κλήρος κτλ. Μπορούμε, απλώς, να μιλούμε για τη θέση των εκκλησιαστικών προσώπων στην οθωμανική επικράτεια και, προκειμένου για τους ορθόδοξους, για τη θέση των επισκόπων ως θρησκευτικών ηγετών.

Κάθε κληρικός που εκλεγόταν επίσκοπος παραλάμβανε ένα βεράτιο διορισμού, όπου καταγράφονταν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του. Το βεράτιο αυτό ήταν προσωπικό, ονομαστικό και δεν αποτελούσε, σε νομικό επίπεδο, δεσμευτικό κείμενο για τους επόμενους από αυτόν, ούτε στοιχούσε υποχρεωτικά προς τα βεράτια των προκατόχων του.

Στην πραγματικότητα, ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής δεν χορήγησε «προνόμια» στην Εκκλησία αόριστα, αλλά προσωπικά στον Σχολάριο ως Πατριάρχη (για τους λόγους που εκθέσαμε), και μάλιστα όχι επειδή αναγνώριζε την ισχύ του αρχιερατικού του αξιώματος, αλλά επειδή ήταν «μιλέτ μπασίς» (Εθνάρχης/Γενάρχης), δηλαδή θρησκευτικός (και άρα βάσει της Σαρία) και πολιτικός αρχηγός μιας αδιαφοροποίητης εθνολογικά κοινότητας.

Κάθε μέλος της κοινότητας «απολάμβανε αυτά τα προνόμια» δια του εθνάρχη του και όχι αυτοτελώς, γιατί πολίτες-χριστιανούς δεν αναγνώριζε το Κοράνι εντός μουσουλμανικού κράτους. Η αλληλεξάρτηση, λοιπόν, Εκκλησίας και χριστιανικής πίστης υπηκόων της αυτοκρατορίας ήταν σχεδόν απόλυτη. Λέω «σχεδόν», γιατί σταδιακά δημιουργήθηκε μια κάστα χριστιανών αξιωματούχων του οθωμανικού χαλιφάτου με σχετική ανεξαρτησία: οι Φαναριώτες.

Τα «προνόμια» αυτά, μάλιστα, δεν ήταν νομικές προβλέψεις που απέρρεαν από την «πολιτική σύνεση» ή την «αγαθοποιό» προαίρεση των εκάστοτε σουλτάνων. Σε θεσμικό επίπεδο, ήταν φραγμοί απαξιωτικού χαρακτήρα. Στη μουσουλμανική ηθική, περιχαράκωναν μια ομάδα πληθυσμού και την εγκατέλειπαν στην «οικτρή μοίρα του άπιστου» αναγνωρίζοντας το δικαίωμα της στη ζωή ως παράδειγμα προς αποφυγή!

Με το πέρασμα του χρόνου και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι φραγμοί αυτοί άρχισαν να γίνονται συλληπτοί ως “προνόμια” κυριολεκτικώς, αφού εξασφάλιζαν στους χριστιανικούς πληθυσμούς μια ιστορική ταχύτητα διαφορετική από τη διαρκώς πτωτική των μουσουλμάνων. Οι νομικές προβλέψεις αυτές. βεβαία, δεν αφορούσαν μόνο τους χριστιανούς, αλλά όλους τους djimi (τζιμί), τους λαούς, δηλαδή, της Βίβλου, όπως οι Εβραίοι.

Έγινε, νομίζω, σαφές ότι οι προβλέψεις αυτές δεν πρέπει διόλου να συγχέονται με τις διευκολύνσεις ή απολαβές του δυτικού κλήρου στη φεουδαρχική Ευρώπη. Εκεί, ο κλήρος συνιστούσε μια προνομιούχο κάστα που κατείχε υπεροχική θέση από τη βούληση του μονάρχη ή φεουδάρχη, ερήμην του λαού. Στην Οθωμανική Ανατολή, το προβάδισμα του κλήρου προερχόταν από την ιδιοσυστασία της μουσουλμανικής θεοκρατίας και είχε νόημα εξαιτίας του λαού. Ένας, λοιπόν, αποδοκιμαζόμενος από τον λαό κληρικός στη Δύση γινόταν πιθανόν πολιτικός και κοινωνικός τυραννίσκος, ενώ στην Ανατολή κατέληγε άσημος ρασοφόρος σε μοναστήρι.

Ο θεοκρατικός χαρακτήρας του οθωμανικού κράτους καθιστούσε τους μη μουσουλμάνους υπηκόους του εξαρτημένα κοινωνικά μέλη, τα οποία παρίσταντο ενώπιον του σουλτάνου ως θρησκευτική ομάδα. Ωστόσο, επειδή διακρίνονταν με κριτήρια θρησκευτικά, η πολιτική τους εκπροσώπηση γινόταν μέσω των θρησκευτικών θεσμών τους. Για την ακρίβεια, μέσω των προσώπων που εξέλεγαν ως θρησκευτικούς αρχηγούς τους.

Στη δομή των θρησκευτικών κοινοτήτων το χαλιφάτο δεν είχε λόγο, όχι γιατί ήταν πλουραλιστικό, αλλά γιατί απαξίωνε υπεροπτικά την ανάμειξη με τους μη μουσουλμάνους ως «μόλυσμα ηθικοπνευματικό». Το σουλτανάτο χρησιμοποιούσε ακριβώς αυτούς τους αρχηγούς για να επιβάλουν με το δικό τους κύρος και τα μέσα αποφάσεις πολιτικές, διοικητικές ή άλλες.

Ωστόσο, από τη στιγμή που το νομικό κύρος της πολιτείας προέκυπτε από το Κοράνι και ερμηνευτής του αλάνθαστος ήταν ο μονάρχης ως χαλίφης, όλα τα παραπάνω αποδεικνύονταν πρακτικώς ανενεργά. Κυριαρχούσε η προσωπική αυθαιρεσία ή η υπέρβαση, η παρεμβατικότητα των ανακτόρων στους χριστιανικούς θεσμούς.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο δράσης κλήθηκε να συμμετάσχει η Εκκλησία, κυρίως μετά την Άλωση. Η Εκκλησία, λοιπόν, όφειλε να μετασχηματιστεί για να επιβιώσει.

Επειδή η ίδια δεν είχε υπάρξει ποτέ κατασταλτική δομή, δεν είχε διαμορφώσει μηχανισμούς βιαίας επιβολής. Το κύριο όπλο της, ο αφορισμός, είχε πνευματικό και ηθικό χαρακτήρα και όχι πρακτικό. Σταδιακά, βέβαια πέρα από τη διευρυμένη χρήση αυτού του μέσου, που έγινε ασφαλώς αντικανονικά, απέκτησε και φυλακές και φύλακες και όργανα εισπρακτικά κ.τ.λ.

Το ερώτημα για τον ιστορικό (κριτικό) νου που κρίνει αμερόληπτα το ιστορικό γίγνεσθαι είναι: ποια θα μπορούσε να καταστεί εναλλακτική λύση; Σε ένα καθεστώς απόλυτα έκνομο -με βάση τις θεμελιώδεις ανθρωπιστικές αξίες του ελληνορωμαϊκού κόσμου- όπως ήταν το Χαλιφάτο, αν η Εκκλησία διατηρούσε τον καθαρά πνευματικό χαρακτήρα της και παρέδιδε τους πιστούς της στην κρατική αυθαιρεσία, θα είχε επιτελέσει έργο αξιέπαινο; Αν τα εγκλήματα των Χριστιανών δεν τα δίκαζαν εκκλησιαστικά δικαστήρια, αλλά ιερονομικά, θα απέδιδαν δικαιοσύνη και προστασία στους Χριστιανούς; Αν η είσπραξη των φόρων αφηνόταν στους Τούρκους φοροεισπράκτορες, θα ήταν πιο ελαστικοί και λιγότερο τυραννικοί; Ας σημειωθεί ότι στο θέμα της Μ. Ασίας όπου η είσπραξη γινόταν έτσι, πραγματικά σημειώθηκαν και οι πιο δεινοί εξισλαμισμοί.

Αναμφισβήτητα, κυρίως την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας μέσα σε ένα κλίμα γενικής αναστάτωσης, σύγχυσης, ηττοπάθειας, διαρπαγής, πιθανότατα υπήρξαν εκκλησιαστικοί μηχανισμοί που διαβρώθηκαν. Ωστόσο, η ιστοριογραφική έρευνα έχει ορθώς περιγράψει σε πολιτικό επίπεδο την προσφορά της Εκκλησίας. Ας την παρουσιάσουμε διαγραμματικά για να γίνει πιο σαφής:

Α) Μέσα στον πολιτειακό ζόφο ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος, όπως το σουλτανικό, οι κοινότητες διατήρησαν έχοντας ως πρότυπο το συνοδικό σύστημα της Εκκλησίας το δημοκρατικό χαρακτήρα του αρχαιοελληνικού Άστεως και της ρωμαϊκής Σνγκλήτου επιτρέποντας τη συμμετοχή στα κοινά σε όλα τα μέλη τους.

Παρά τη μεγάλη ποικιλία προβλέψεων ανά περιοχές, το δικαίωμα του εκλέγειν και κυρίως του εκλέγεσθαι αποδιδόταν θεσμικά σε όλους όσοι «πιστεύουσι εις Χριστόν», ακόμη και σε αυτούς που δεν κατείχαν έγγεια ιδιοκτησία. Και αυτά προβλέπονταν σε περιόδους που καθολικό δικαίωμα ψήφου δεν υπήρχε σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος!

Ακριβώς όπως ενώπιον του Θεού οι πιστοί είναι ίσοι, αναλόγως η Εκκλησία ορίζει και το δικαίωμα της κοινοτικής ισοπολιτείας σε όλους τους πιστούς, που για τον λόγο της θρησκευτικής τους ετερότητας από τους μουσουλμάνους συμμετέχουν στις χριστιανικές κοινότητες. Ασφαλώς, η δομή των κοινοτήτων είχε και θεοκρατικά στοιχεία, αλλά επειδή το εκκλησιαστικό πρότυπο (ορθόδοξο συνοδικό σύστημα) ήταν δημοκρατικό, τα στοιχεία αυτά δεν παρήγαγαν απολυταρχία, αλλά συμμετοχικότητα.

Β) Το σημαντικότερο τμήμα των «προνομίων» που εξασφαλίστηκε μέσω της «Εκκλησίας» (ουσιαστικά, μέσω των εκάστοτε αρχιερέων) ήταν η αναγνώριση του εκκλησιαστικού δικαίου στην οργάνωση της οικογενειακής ζωής. Το δίκαιο αυτό, διατυπωμένο στην ελληνική γλώσσα, ήταν συνδυασμός του κατά τόπους εθιμικού δικαίου και της ρωμαϊκής παράδοσης του Βυζαντίου (Αρμενόπουλος).

Επειδή, ωστόσο, το δίκαιο αυτό ήταν λογοκρατικό και όχι ετερονομικό, δηλαδή πήγαζε από μια ορθολογιστική ερμηνεία των ανθρωπίνων σχέσεων και όχι από την ανα­γνώριση της αυθεντίας κάποιων ιερών κειμένων (Κορανίου), διατήρησε ακμαία την τέχνη της ρητορικής ως τέχνη διεκδικητική δικαιωμάτων ενώπιον δικαστηρίων λαϊκών και όχι κληρικών. Πρόεδρος, βέβαια, σε αυτά ήταν ο κατά τόπους μητροπολίτης και ως Εφετείο λειτουργούσε η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου, αλλά οι σωζόμενες αποφάσεις αποδεικνύουν ότι οι εναγόμενοι διεκδικούσαν το δίκαιο με βάση την πειθώ, ενώ οι νόμοι βάσει των οποίων κρίνονταν συλλαμβάνονταν κοσμικά-λαϊκά παρά το γεγονός ότι εκπροσωπούνταν εκκλησιαστικά.

Έτσι, παρεμποδίστηκε η διάβρωση του κοινοτικού ιστού από την παρείσφρηση του μουσουλμανικού δικαίου στην οργάνωση της ελληνικής οικογένειας και αποτράπηκε κυρίως η εμπλοκή των μουσουλμάνων στα θέματα μνηστείας και γάμου. Αυτή η εμπλοκή απειλούσε τη φυλετική υπόσταση των κοινοτήτων, καθώς η Σαρία (μουσουλμανικό δίκαιο), κυρίως με τον θεσμό του κεπηνίου, επέτρεπε τους μεικτούς γάμους και χορηγούσε επίζηλα προνόμια στους χριστιανούς που θα χρησιμοποιούσαν τη σεϊχουλισλαμική δικαστική και νομική οργάνωση.

Το κεπήνιο, δηλαδή ο γάμος της χριστιανής γυναίκας με μουσουλμάνο, χωρίς προίκα και χωρίς προσωπική αλλαγή θρησκεύματος, με απαλλαγή από τον κεφαλικό φόρο -αρκεί η γυναίκα αυτή να γεννήσει αρσενικά τέκνα που θα απέδιδε στο Ισλάμ (έστω και αν είχε ήδη δημιουργήσει χριστιανική οικογένεια!)- αποτελούσε ευθεία φυλετική διείσδυση των Οθωμανών στα αυτοτελή χριστιανικά έθνη. Δημιουργούσε επίσης -όπου σπανίως εφαρμόστηκε- οικογένειες μουσουλμάνων και χριστιανών που συμβίωναν στον ίδιο οίκο και τελικά, βεβαίως, οι ισχυρότεροι κοινωνικοπολιτικά μου