Χριστοφόρου Αρβανίτη, «Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοιχτής κοινωνίας».[1]

1. Τό σύμβολο.
μοναχός παιδιάὉ θρησκευτικός συντελεστής ἀποτελεῖ βασικό συσταστικό στοιχεῖο τοῦ πολιτισμοῦ εἴτε αὐτός ἐκλαμβάνεται ὡς μιά ἁπλή ἀνθρώπινη δραστηριότητα εἴτε ὡς μιά πολυσύνθετη διεργασία, ἀτομική ἤ συλλογική, προσωπική ἤ διαπροσωπική. Οἱ προσεγγίσεις καί οἱ ἀναλύσεις τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ἐντός τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ, μέ ἀναγκαῖες τίς κοινωνιολογικές καί ἀνθρωπολογικές κατανοήσεις τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν δράσεων, ἐπιτρέπουν τήν ἀντικειμενική καί ἐπιστημονική διερεύνηση καί ὑπερβαίνουν, χωρίς, ὅμως, νά ἀπορρίπτουν τό γεγονός τῆς πίστης. Αὐτή ἡ δυνατότητα προσέγγισης καί ἀνάλυσης τοῦ θρησκευτικοῦ μέσα ἀπό τήν ὑπέρβαση τοῦ γεγονότος τῆς πίστης μέ πρωτεύοντα τά πολιτισμικά καί κοινωνιολογικά δεδομένα ἀποκλείει περαιτέρω ἀπολυτοποιήσεις καί μυθοποιήσεις βασικῶν ἐννοιῶν του, καθώς ἀποκαθάρει τά γεγονότα ἀπό πρόσθετα μεταγενέστερα χαρακτηριστικά, τά ὁποῖα ἀμαυρώνουν τό ἐμπειρικό τῆς πίστης εἴτε αὐτό εἶναι ἀτομικό εἴτε συλλογικό.[2]
Ἡ κοινωνιολογική προσέγγιση καί ἀνάλυση τῆς θρησκείας ὡς ἑνός ἐκ τῶν βασικῶν στοιχείων διαμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ τεκμηριώνεται κυρίως μέσα ἀπό ἕνα εὐρύ φάσμα ἀνθρώπινων δραστηριοτήτων πού μποροῦν νά ξεκινοῦν ἀπό πρακτικές προγονολατρείας, τελετουργίες μύησης μέ ὑπολανθάνουσες ἀναφορές σέ δυνάμεις ἐξουσίας ἤ ὑπολανθάνουσες σεξουαλικές πράξεις, θρησκευτικούς μύθους πού ὑποδηλώνουν ἔμμεσες ἀναφορές σέ κοινωνικούς θεσμούς καί κανόνες, ἀλλά καί ὑψηλά ἐπίπεδα τέχνης, μουσικῆς καί ἀρχιτεκτονικῆς, τά ὁποῖα φανερώνουν δυναμικές παρεμβάσεις τοῦ θρησκευτικοῦ στόν ἀνθρώπινο πολιτισμό μέ ἐνεργό ὑποκείμενο σέ κάθε τέτοια δραστηριότητα τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.
Ἡ θρησκεία ἐπηρεάζει τή διαμόρφωση τοῦ ἤθους τῶν ἀνθρώπων καί τίς διάφορες κοσμοθεωρίες γιά τά πράγματα αὐτά καθ’ ἑαυτά, τίς ἰδέες τους γιά τήν κοινωνία καί τούς κανόνες πού τήν διέπουν εἴτε σέ ἀτομικό εἴτε σέ συλλογικό ἐπίπεδο.
Ὁ ἄνθρωπολόγος Clifford Geertz, ἐπιχειρώντας νά ὁριοθετήσει τό θρησκευτικό φαινόμενο καταλήγει στόν ἑξῆς ὁρισμό γιά τήν θρησκεία:
ἡ θρησκεία εἶναι:
α. ἕνα σύστημα συμβόλων πού ἐπενεργεῖ μέ τρόπο ὥστε
β. νά δημιουργεῖ στόν ἄνθρωπο ἰσχυρές καί παρατεταμένης διάρκειας διαθέσεις καί κίνητρα
γ. διαμορφώνοντας ἀντιλήψεις γιά τή γενικότερη τάξη τῆς ὕπαρξης
δ. ἐνδύοντας αὐτές τίς ἀντιλήψεις μέ μιά τέτοια αὔρα δεδομένης πραγματικότητας
ε. ὥστε οἱ διαθέσεις καί τά κίνητρα αὐτά νά φαίνονται ἰδιαζόντως ρεαλιστικά.
Εἶναι ἐμφανές ὅτι σέ αὐτόν τόν ὁρισμό βασικό στοιχεῖο κατανόησης ὁρίζεται τό «σύστημα συμβόλων», καθώς τά σύμβολα ἀποτελοῦν πολιτισμικά πρότυπα τά ὁποῖα βοηθοῦν στή συγκρότηση τῶν κοινωνικῶν καί ψυχολογικῶν προγραμμάτων πού διαμορφώνουν τή δημόσια συμπεριφορά.[3] Αὐτό σημαίνει ὅτι τά θρησκευτικά σύμβολα προκαλοῦν ἤ κινοῦν τέτοιου εἴδους ἀνθρώπινες δραστηριότητες στόν εὐρύτατο χῶρο τοῦ πολιτισμοῦ πού κανένα ἄλλο εἶδος συμβόλων δέν μπορεῖ νά προκαλέσει. Ἔτσι γιά παράδειγμα τό χριστιανικό θρησκευτικό σύμβολο τοῦ σταυροῦ προκαλεῖ συναισθήματα, ψυχικές διαθέσεις, καλλιτεχνικές δραστηριότητες, μουσικές δραστηριότητες, πίστη, ἀφοσίωση, ἀλλά καί ἀκραῖες συμπεριφορές, ὅπως π.χ αὐτή τοῦ θρησκευτικοῦ φανατισμοῦ. Εἰδικά ὅσον ἀφορᾶ στό σύμβολο τοῦ σταυροῦ, προκαλεῖ ἐντύπωση ὅτι ἀκόμη καί ὁ Προτεσταντισμός, ὡς ἡ πλέον ἀντισυμβολική καί ἀντιεικονική ὁμολογία τοῦ χριστιανισμοῦ τόν διατήρησε στό κέντρο τοῦ λατρευτικοῦ χώρου, ἐξωβελίζοντας ὅ,τι ἄλλο συμβολικό καί ἐκφραστικό ὑπῆρχε σ’αὐτόν, ὡς παρεκτροπή τοῦ χριστιανισμοῦ πρός τήν εἰδωλολατρεία.
Ὁπωσδήποτε τά σύμβολα ἤ καλλίτερα ὁ συμβολισμός στό θρησκευτικό χῶρο διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο καθώς ἐπιτρέπει μέσα ἀπό αὐτά τήν ὕπαρξη τῆς πίστης, τῆς ἐπιβεβαίωσης ἤ τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου. Μέσα ἀπό αὐτή τήν προοπτική ἡ θρησκεία ἐμφανίζεται ὡς μιά οὐσιαστικῶς συμβολική δραστηριότητα, ὡς ἕνα σύνολο πρακτικῶν καί ἐκφάνσεων τῆς ὁποίας ἡ ἀποτελεσματικότητα δέν ἀποτελεῖ καί δέν ἐξαρτᾶται ἀπό κάποια ὑλική τάξη. Τό συμβολικό στοιχεῖο κατανοεῖ καί χρησιμοποιεῖ τό λόγο, ἀλλά δέν τόν καταστρέφει. Περιγράφει τή λειτουργία τῶν σημείων, ἀλλά ἡ δυναμική του βρίσκεται στό γεγονός ὅτι ἡ ἀνάλυση του βρίσκεται στήν ὑπόθεση χωρίς αὐτή νά ἐπεξηγεῖται μέ ξεκάθαρο τρόπο. Εἰσάγει μιά σχέση ἀνάμεσα στόν ἄνθρωπο καί τό σύμβολο πού εἶναι κοινωνικά θεμελιωμένη μέ τήν ἔννοια ὅτι δημιουργεῖ μιά συμβολική δυναμική, ἡ ὁποία δέν βρίσκεται ἔξω ἀπό τίς δυναμικές σχέσεις πού χαρακτηρίζουν τή δομή τῆς κοινωνίας στό σύνολό της. Ἐάν τό σύμβολο ἔχει μιά σημαντική ἀποτελεσματικότητα τότε οὐσιαστικά παίζει ἕνα οὐσιαστικό ρόλο στή γέννηση τῆς δομῆς τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, παίζοντας ἕνα ἐπίσης σημαντικό ρόλο στήν ἔννοια καί τήν ἐφαρμογή τῆς ἐξουσίας. Τό θρησκευτικό γεγονός δέν ἀποτελεῖ μέσα σέ μιά τέτοια προοπτική οὔτε κάτι τό καθαρῶς ἰδεατό οὔτε ὅμως κάτι τό ὁποῖο προέρχεται ἀπό μιά ἁπλοϊκή σκέψη λίγο-πολύ παραμορφωτική ἤ ἀλλοιωτική τῆς κοινωνιικῆς σύνθεσης ἤ τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος. Τό μυστικό αὐτῆς τῆς ἐξάρτησης-ἀνεξαρτησίας τῆς ἐξουσίας πού ἀποπνέει τό θρησκευτικό σύμβολο βρίσκεται στόν ἐνδιάμεσο χῶρο τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάλυση ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο καί εἶναι κατά τόν Bourdieu ἡ γνώση καί ἡ κατανόηση τοῦ θρησκευτικοῦ χώρου.[4]
«Ἡ ἔννοια τοῦ συμβόλου καί τῆς συμβολικῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος ἀποδεικνύεται τεράστιας σημασίας γιά τόν κοινωνικό ἐπιστήμονα καί εἰδικῶς γιά τόν ἀνθρωπολόγο, καθώς τά ἴδια τά σύμβολα θά πρέπει νά κατανοοῦνται ὡς κάποιου εἴδους «ἐπεκτάσεις τῶν ἐνστίκτων».[5]
Ἡ ὅλη αὐτή συμβολική, πολιτισμική κινητικότητα στό χῶρο τῶν θρησκειῶν δηλώνει ὅτι ἡ ἀπουσία τέτοιων θρησκευτικῶν συμπεριφορῶν θά δημιουργοῦσε λειτουργικές ἀτέλειες γιά τόν ἄνθρωπο. Γιά νά ἐπιστρέψω δέ στό πρόβλημα τοῦ Προτεσταντισμοῦ θά ἀναφέρω τήν στιγμιαία ἔκπληξη μου, ὅταν στόν καθεδρικό ναό τῆς Γενεύης, Saint-Pierre, ἀντίκρυσα στό κέντρο τοῦ ναοῦ τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Σέ καμία περίπτωση βέβαια οἱ καλβινιστές τῆς Γενεύης δέν ἔγιναν ξαφνικά εἰκονόφιλοι, λησμονώντας τίς εἰκονομαχικές διακηρύξεις καί ἐνέργειες τοῦ Καλβίνου, ὅμως, μιά τέτοια πράξη δηλώνει κατηγορηματικά τή συμβολική λειτουργική ἀπουσία καί ἀτέλεια πού ἔχει δημιουργήσει ἡ ἀπουσία τῶν εἰκόνων ἀπό τούς λατρευτικούς χώρους. Ἡ προσπάθεια ἀπεξάρτησης τῶν πιστῶν, μέσω τοῦ κινήματος τῆς Διαμαρτύρησης, ἀπό τήν παπική ἐξουσία ὁδήγησε σέ μιά τεχνική ἀναγκαστική ἀπαξίωση τῶν θρησκευτικῶν πολιτισμικῶν συμβόλων καί εἰκόνων, καθώς αὐτά ταυτίστηκαν μέ τήν συγκεντρωτική καί αὐταρχική ἐκκλησιαστική ἐξουσία, ἡ δέ τοποθέτηση τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας στό κέντρο τοῦ