Ορθόδοξος Μοναχισμός – Μικρός Ευεργετινός

vasileiosmegasΤου Παλλαδίου

‘Έμαθα για το Μωϋσή τον Αιθίοπα, πού ήταν πολύ φημισμέ­νος ανάμεσα στους πατέρες της Σκήτης ότι, πριν γίνει μοναχός, ήταν δούλος κάποιου, πού ανακατευόταν ατή διοίκηση της πολι­τείας. ο κύριός του όμως τον έδιωξε, επειδή ήταν πολύ δύστροπος και είχε χαρακτήρα αιμοβόρο και άγριο. ‘Έφυγε λοιπόν ο Μωυσής κι έγινε ληστής. Αναδείχθηκε μάλι­στα σε λήσταρχο, για την υπερβολική σωματική του δύναμη.

Ανάμεσα στά ληστρικά του κατορθώματα αναφέρεται και τού­το: Χολώθηκε κάποτε μ’ ένα βοσκό, επειδή τα τσοπανόσκυλά του τον εμπόδισαν νά κάνει μια νυχτερινή ληστεία. Βάζοντας λοιπόν σκοπό νά σκοτώσει το βοσκό, πάσχιζε με κάθε τρόπο νά τον εντοπί­σει μαζί με το κοπάδι του.

Επιτέλους άκουσε πώς ήταν από την άλ­λη μεριά του Νείλου. Εκείνη την εποχή το ποτάμι πλημμύριζε και ή κοίτη του πλάταινε, φτάνοντας το ένα σημείο, (δηλαδή το ένα πε­ρίπου μίλι):Ο Μωυσής όμως έβγαλε τον κοντό χιτώνα πού Φο­ρούσε και τον έβαλε στο κεφάλι του.

Άρπαξε και το μαχαίρι με τα δόντια, και ρίχθηκε στο ποτάμι. Κατόρθωσε νά φτάσει κολυμπώ­ντας στην άλλη όχθη.0 βοσκός, βλέποντάς τον από μακριά νά περνάει απέναντι κολυμπώντας, το βαλε στα πόδια και κρύφτηκε. Τότε ο Μωυσής, έχοντας χάσει το βοσκό, ξέσπασε πάνω στο κοπά­δι.

ce86ceb3ceb9cebfcf82ce91cebdcf84cf8ecebdceb9cebfcf82‘Έσφαξε τέσσερα κριάρια, τα καλύτερα, τα έδεσε στη σειρά και πέρασε πάλι κολυμπώντας το Νείλο. Ήρθε σ’ ένα πλάτωμα, έγδαρε τα σφαχτά, άναψε φωτιά, τα έψησε, κι έφαγε τα πιο καλά κομ­μάτια. Τις προβιές τις πούλησε, και αγόρασε κρασί σαίτικο

Ήπιε περίπου δεκαοχτώ ιταλικούς ξεστούς, κι έπειτα τράβηξε για το λημέρι του, πενήντα σημεία μακρύτερα από κεί.

Αυτός λοιπόν ο φοβερός ληστής, μετά από πολύ καιρό και με αφορμή ένα τυχαίο περιστατικό, ήρθε σε κατάνυξη, μετανόησε για την προηγούμενη ζωή του και προσχώρησε ατή μοναχική πολιτεία.

Πήρε ένα κελί στη Σκήτη και επιδόθηκε σε αυστηρή άσκηση.

Λέ­γεται μάλιστα, ότι στην αρχή κιόλας της μοναχικής του ζωής, μόλις πήρε το κελί, του επιτέθηκαν τέσσερις ληστές, αγνοώντας βέ­βαια πώς ο καλόγερος αυτός ήταν ο διαβόητος Μωυσής.

‘Έτσι, εκείνος τούς εξουδετέρωσε, τούς έδεσε, τούς φορτώθηκε στην πλά­τη σαν ένα σακί άχυρο, τούς έφερε ατή εκκλησία, όπου ήταν  συναγμένοι οι αδελφοί, και είπε.

– Επειδή δεν μου πρέπει νά κάνω πια κακό σε κανένα, τι προ­στάζετε γι’ αυτούς εδώ, πού τούς έπιασα νά έρχονται εναντίον μου;

ce8ccf83ceb9cebfcf82cea0ceb1cf87cf8ecebcceb9cebfcf82Οι αδελφοί τούς έλυσαν και τούς άφησαν ελεύθερους. Οι λη­στές όμως, στο μεταξύ, αναγνώρισαν το Μωϋσή και είδαν τη μετά­νοιά του. δεν θέλησαν λοιπόν ούτε κι αυτοί νά γυρίσουν στην προ­ηγούμενη ζωή τους. ‘Ακολουθώντας το παράδειγμα τού Μωϋσή, εγκατέλειψαν τη ζωή της αμαρτίας και έγιναν δοκιμότατοι μοναχοί.

‘Αλλά κι ο Μωυσης τόσο σκληρή άσκηση έκανε, για την όποία και αλλού έχει γραφτεί, και τόσο πολέμησε τούς δαίμονες, ύπο6άλ­λοντας τον εαυτό του σε κάθε είδος σκληραγωγίας, ώστε συν αριθ­μήθηκε κι αυτός στους μεγάλους και κορυφαίους Πατέρες, έγινε και πρεσβύτερος, και διακρίθηκε για τα μεγάλα πνευματικά του χα­ρίσματα. ‘Έτσι, κοιμήθηκε αφήνοντας και εβδομήντα μαθητές.

 Από το Γεροντικό

_Ένας στρατιώτης ρώτησε τον αββά Μιώς, αν άραγε ο θεός δέχεται τη μετάνοια τού αμαρτωλού. και ο αββάς, αφού τον δίδα­ξε με πολλούς λόγους, είπε:. Πες μου, αγαπητέ. Αν σχισθεί το χιτώνιό σου, το πετάς;

Όχι, απάντησε εκείνος. Το ράβω και το χρησιμοποιώ πάλι. – “Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το ρούχο σου, τού είπε τότε ο γέρο­ντας, δεν θα λυπηθεί ο θεός το δικό του πλάσμα;

ΑΓΙΟΣΙΩΑΝΝΗΣΘΕΟΛΟΓΟΣΈνας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:

Έκανα αμαρτία μεγάλη, και θέλω νά μείνω σε μετάνοια τρία χρόνια

Πολύ είναι, τού λέει ο γέροντας. Ρώτησαν τότε κάποιοι, πού βρίσκονταν εκεί: Φτάνουν σαράντα μέρες;

Πολύ είναι, είπε πάλι ο αββάς. Εγώ νομίζω πώς, αν ένας άν­θρωπος μετανοήσει μ’ όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει ν’ αμαρτάνει πια, ακόμα και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός.

Κάποιος άλλος ρώτησε πάλι τον αββά Ποιμένα:

grafikomposxiniΑν ένας άνθρωπος αμαρτήσει και μετανοήσει, τον συγχωρεί  ο Θεός; Και ο γέροντας του αποκρίθηκε:

Ο Θεός έδωσε εντολή στους ανθρώπους αυτό νά κάνουν. Δεν θα το κάνει λοιπόν, πολύ περισσότερο ο ‘Ίδιος;

Γιατί πρόσταξε τον Πέτρο νά συγχωρεί «έως έβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ. 18:22) όσους αμάρτησαν και μετανόησαν.