Πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ Α’

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

Ο Αβραάμ και η γυναίκα του η Σάρρα ζούσαν ειρηνικά και δίκαια με την ευλογία του Θεού. Ο Κύριος λοιπόν άκουσε τις προσευχές τους και έτσι σύμφωνα με την υπόσχεση του, η Σάρρα έμεινε έγκυος και γέννησε ένα γιο στον Αβραάμ, στα γηρατειά του, στο χρόνο που είχε ορίσει ο Κύριος. Ο Αβραάμ ονόμασε το γιο που του γέννησε η Σάρρα, Ισαάκ.

Το παιδί αυτό πού το όνομα του σημαίνει γέλιο, τους έδωσε μεγάλη χαρά και ολοκλήρωσε την ευτυχία τους. Το ανέθρεψαν από τα πρώτα του βήματα με φόβο Θεού και το μάθαιναν να πιστεύει και να υποτάσσεται στο θείο θέλημα. Με τη γέννηση του Ισαάκ η υπόσχεση του Θεού άρχισε να γίνεται πραγματικότητα.

 Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

 Όταν ο Ισαάκ ήταν σε μικρή ηλικία, ο Κύριος θέλησε να δοκιμάσει την πίστη του Αβραάμ, να δει αν ήταν πάντα πρόθυμος στις εντολές του. Του έδωσε λοιπόν την εντολή ν’ ανεβεί στο βουνό με το γιο του κι εκεί να προσφέρει τον Ισαάκ για θυσία. Έτσι του είπε: «Αβραάμ! Πάρε το γιο σου το μονογενή, που τον αγαπάς, τον Ισαάκ, και πήγαινε να τον θυσιάσεις στη γη Μορία, σ’ ένα από τα βουνά που εγώ θα σου δείξω».

Ο Αβραάμ ανταποκρίθηκε για μια ακόμη φορά χωρίς δισταγμό και υπακούει στο θέλημα του Κυρίου και είπε: «Ο Θεός μου έδωσε το παιδί μου, η ζωή του ανήκει σ’ αυτόν».

Έτσι σηκώθηκε νωρίς το πρωί, πήρε μαζί του το γιο του τον Ισαάκ και ξεκίνησε για τον τόπο που του είπε ο Κύριος. Μετά από τρεις μέρες έφτασαν στο λόφο Μορία, όπου χίλια τόσα χρόνια αργότερα χτίστηκε ο ναός του Σολομώντα. Όταν έφτασαν στον τόπο που τους είχε πει ο Κύριος, ο Αβραάμ έχτισε εκεί το θυσιαστήριο, ετοίμασε τα ξύλα, έδεσε το γιο του τον Ισαάκ και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω από τα ξύλα. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει το παιδί του. Αλλά ο άγγελος του Κυρίου του φώναξε από τον ουρανό και του είπε: «Αβραάμ, Αβραάμ! Ο Θεός είδε την πίστη σου. Μην απλώσεις χέρι στο παιδί και μην του κάνεις τίποτε, αλλά σφάξε αυτό το κριάρι, που είναι δεμένο στο βωμό».

Ο Αβραάμ κοίταξε τριγύρω και είδε ένα κριάρι έτοιμο για θυσία. Έτρεξε, το πήρε και το θυσίασε αντί για το γιο του.

Ο Κύριος φώναξε στον Αβραάμ από τον ουρανό και του είπε: «Εγώ ο Κύριος ορκίζομαι στον εαυτό μου, ότι επειδή έκανες την πράξη αυτή και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου, θα σε ευλογήσω με το παραπάνω και θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν τ’ αστέρια του ουρανού και σαν την άμμο που είναι στις ακτές της θάλασσας. Ο απόγονος σου θα κατακτήσει τις πόλεις των εχθρών του. Με τον απόγονο σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στην εντολή μου».

 Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

 Έτσι λοιπόν δοκιμάστηκε και θριάμβευσε η μοναδική πίστη του Αβραάμ, που δε λογάριασε ούτε τον αγαπημένο του γιο, ότι πιο πολύτιμο είχε, μπροστά στο θέλημα του Θεού. Ο Αβραάμ έδειξε την ασάλευτη πίστη του στο Θεό και στάθηκε παράδειγμα για όλους τους ευσεβείς. Η πίστη και η υπακοή του Αβραάμ στο θέλημα του Θεού αποτέλεσε από τότε υπόδειγμα πίστεως και υπακοής και στους άλλους Πατριάρχες, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, στους Βασιλείς Δαβίδ και Σολομώντα και στους Προφήτες. Όλοι εκείνοι οι μεγάλοι άντρες της Παλαιάς Διαθήκης, όταν τους καλούσε ο Θεός, έχοντας ως παράδειγμα το γενάρχη Αβραάμ, έδειχναν απόλυτη πίστη και υποταγή στο θέλημα του Θεού και δέχονταν χωρίς επιφυλάξεις την εντολή Του. Έτσι αξιώθηκαν να γίνουν όργανα στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους.

Ο ισραηλιτικός λαός ξεχώρισε από τους άλλους λαούς, γιατί είχε ως υπόδειγμα πίστης την πίστη του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ, του Ιωσήφ, και αποστολή την αποκατάσταση της σχέσης μεταξύ του Θεού και όλης της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και στην Αγία Γραφή καλείται λαός άγιος και περιούσιος, δηλαδή αφιερωμένος στο Θεό, περιουσία του Θεού για την πραγματοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας.

Ίσως να μας προβληματίζει αυτή η ιστορία του Αβραάμ. Πρέπει, όμως, να λάβουμε υπόψη ότι οι θυσίες μικρών παιδιών (και μάλιστα του πρωτότοκου αγοριού) ήταν πολύ συνηθισμένες εκείνη την εποχή. Ο Αβραάμ με το να φτάσει να θυσιάσει το μοναδικό του παιδί έδειξε ότι εμπιστευόταν απόλυτα το Θεό που τον κάλεσε. Αλλά ο Θεός, από την αρχή κιόλας της σχέσης του με τον άνθρωπο, θέλει να καταργήσει μια για πάντα το φρικτό αυτό έθιμο. Γι’ αυτό υποδεικνύει στους ανθρώπους, που ένιωθαν την ανάγκη να θυσιάζουν στο Θεό τους να χρησιμοποιούν ζώα.

Ο Θεός δε θέλει ανθρωποθυσίες όπως έκαναν οι ειδωλολάτρες στους ψεύτικους θεούς. Γι’ αυτό στέλνει ένα κριάρι πού παίρνει τη θέση του Ισαάκ στο θυσιαστήριο.

H_Thusia_tou_Isaak_01

 Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ ΜΕ ΤΗ ΡΕΒΕΚΚΑ 

 Μετά από μερικά χρόνια η Σάρρα πέθανε και ο Ισαάκ ήταν σε ηλικία να παντρευτεί. Ο πατέρας του, ο Αβραάμ, σκέφτηκε πως έπρεπε να πάρει γυναίκα από την πατρίδα του, τη Μεσοποταμία. Στέλνει λοιπόν τον πιστό του υπηρέτη, τον Ελιέζερ, μαζί με πολλά δώρα, να πάει στη Μεσοποταμία για να βρει γυναίκα για τον Ισαάκ.

Ο Ελιέζερ έκαμε κατά την προσταγή του κυρίου του. Έφυγε λοιπόν κι έφτασε κάποτε έξω από την πόλη, όπου έμενε ο αδερφός του Αβραάμ. Εκεί ήταν ένα πηγάδι, οπού έρχονταν οι κάτοικοι της πόλης κι έπαιρναν νερό. Στάθηκε λοιπόν ο Ελιέζερ εκεί. Σε λίγο έρχεται μια όμορφη κόρη, για να πάρει νερό.

Ο Ελιέζερ της ζήτησε να του δώσει να πιει νερό και να ποτίσει και τα ζώα του. Η κόρη με μεγάλη προθυμία και με ντροπαλοσύνη του έδωσε. Τότε ο Ελιέζερ τη ρώτησε ποιανού κόρη είναι και πως λέγεται. Έμαθε από την ίδια για την οικογένεια της και πώς τ’ όνομά της ήταν Ρεβέκκα. Της έδωσε λοιπόν δώρα πολλά κι αυτή γύρισε στο σπίτι της, όπου διηγήθηκε τα γεγονότα. Ο αδερφός της τότε, ο Λάβαν, βγήκε ευθύς κι έτρεξε στο πηγάδι, όπου βρήκε τον Ελιέζερ. Αυτός διηγήθηκε στο Λάβαν την αιτία του ταξιδιού του και πως έβρισκε τη Ρεβέκκα ως την πιο κατάλληλη για νύφη του Αβραάμ. Αυτό ευχαρίστησε πολύ και τον αδερφό και τον πατέρα της, όταν τ’ άκουσαν, και πρόθυμα το δέχτηκαν. Έτσι λοιπόν ο Ελιέζερ πήρε τη Ρεβέκκα και την έφερε στη Χαναάν, όπου έγινε έπειτα ο γάμος με τον Ισαάκ.

 ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ – Ο ΘΕΟΣ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΟΝ ΙΣΑΑΚ

 Ο Αβραάμ είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και ο Κύριος τον είχε ευλογήσει σε όλα. Αργότερα, παρόλο που ήταν πολύ γέρος, παντρεύτηκε τη Χεττούρα από την οποία απέκτησε 6 γιους. Όταν ο Αβραάμ πέθανε, τον έθαψαν ο Ισαάκ και ο Ισμαήλ, οι γιοι του.

Μετά το θάνατο του Αβραάμ, ο Θεός ευλόγησε τον Ισαάκ, το γιο του. Όταν κάποτε ο Ισαάκ αντιμετώπιζε προβλήματα, ο Θεός του είπε: «Εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε ευλογήσω, γιατί σ’ εσένα και στους απογόνους σου θα δώσω όλα αυτά τα εδάφη και θα κρατήσω τον όρκο που έδωσα στον πατέρα σου τον Αβραάμ. Θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν τ’ αστέρια του ουρανού. Σ’ εκείνους θα δώσω όλες αυτές τις περιοχές και μέσω αυτών θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης».

Ο Ισαάκ εγκαταστάθηκε στη Βεερ – Σεβά, όπου έχτισε θυσιαστήριο για το Θεό, και πράγματι με τη βοήθεια του Θεού πρόκοψε.

ΑΓΙΑ ΡΕΒΕΚΚΑ

18_dec_rebbeca

Κόρη του Βαθουήλ (Βεθουήλ, Γένεση 22:23). Το όνομα της μητέρας της δεν αναφέρεται. Παππούς της ήταν ο Ναχώρ και γιαγιά της η Μελχά. Ήταν αδερφή του Λάβαν, γυναίκα του Ισαάκ (Γένεση 25:20) και μητέρα του Ιακώβ και του Ησαύ. Αναφέρεται για πρώτη φορά στη γενεαλογία του Ναχώρ, αδερφού του Αβραάμ (Γένεση 22:20-24).

Η Ρεβέκκα βρισκόταν στη Χαρράν, ”την πόλη του Ναχώρ” (Γένεση κεφ. 24), όταν ο Αβραάμ έστειλε το δούλο του Ελιέζερ να βρει νύφη για τον Ισαάκ. Η Ρεβέκκα αφού άκουσε τον Ελιέζερ αποφάσισε να παντρευτεί τον Ισαάκ. Ήταν όμορφη και ελκυστική. Αργότερα παρουσιάζεται φιλόδοξη και άπληστη, ο Ισαάκ όμως την αγαπούσε πολύ (Γένεση 24:67). Η Ρεβέκκα ήταν στείρα επί 20 χρόνια και απέκτησε παιδιά μόνο όταν ο Ισαάκ δεήθηκε στο Θεό. Ο Θεός της έδωσε δυο παιδιά τον Ησαύ και τον Ιακώβ (Γένεση 25:19-26, Ρωμαίους 9:10-12). Παρόλο που ήταν δίδυμοι, ο Ησαύ αναγνωρίστηκε ως ο πρωτότοκος.

Η Ρεβέκκα αγαπούσε περισσότερο τον Ιακώβ γι αυτό και σχεδίασε την παραπλάνηση του τυφλού τότε Ισαάκ ώστε αυτός σαν πατέρας να ευλογήσει τον Ιακώβ. Λίγο αργότερα έστειλε τον Ιακώβ στο σπίτι του Βαθουήλ για να αποφύγει την οργή του Ησαύ. Η Ρεβέκκα από τότε δεν τον ξαναείδε. Μετά από 20 χρόνια ο Ιακώβ επέστρεψε στη Χαναάν, όπου βρήκε τη μητέρα του νεκρή στον οικογενειακό τάφο, που ήταν μέσα σε σπηλιά στον αγρό Μαχπελάχ (Γένεσις 49:31).

Η ΡΕΒΕΚΚΑ ΚΑΙ Ο ΙΑΚΩΒ ΞΕΓΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΙΣΑΑΚ

Όταν ο Ισαάκ γέρασε, τα μάτια του αδυνάτισαν και δεν μπορούσε να βλέπει καθαρά. Φώναξε τον Ησαύ, το μεγαλύτερο γιο του, και του είπε:
”Παιδί μου”.
”Εδώ είμαι”, αποκρίθηκε ο Ησαύ.
”Άκου τώρα”, είπε ο Ισαάκ. ”Είμαι γέρος και δεν ξέρω την ημέρα του θανάτου μου. Πάρε τα όπλα σου και πήγαινε για κυνήγι. Άμα χτυπήσεις κάτι, φτιάξε μου καλό φαί και φέρε μου να φάω. Έτσι η ψυχή μου θα σ’ ευλογήσει πριν πεθάνω”.
Η Ρεβέκκα, που ήταν εκεί κοντά, άκουσε τι είπε ο Ισαάκ στο γιο της. Ο Ησαύ ξεκίνησε αμέσως να πάει για κυνήγι, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του.
Η Ρεβέκκα τότε έπιασε τον αγαπημένο της Ιακώβ και του είπε:
”Άκουσα τον πατέρα σου να λέει στον Ησαύ, τον αδερφό σου: φέρε μου κυνήγι, φτιάξε μου ένα όμορφο φαγητό και εγώ θα σ’ ευλογήσω μπροστά στον Κύριο, πριν κλείσω για πάντα τα μάτια μου. Λοιπόν, παιδί μου, άκου τι θα σου πω και κάνε ό,τι θα σε προστάξω. Πήγαινε στο κοπάδι και πάρε δυο κατσικάκια τρυφερά και καλό καμωμένα, για να ετοιμάσω απ’ αυτά στον πατέρα σου φαγητό σύμφωνα με το γούστο του. Και θα το πας εσύ στον πατέρα σου να το φάει και θα σ’ ευλογήσει πριν πεθάνει”.
Της αποκρίνεται ο Ιακώβ: ”Μα, μητέρα, ο Ησαύ είναι τριχωτός, ενώ το δικό μου δέρμα είναι λείο. Μπορεί λοιπόν ο πατέρας μου να με ψηλαφήσει, οπότε θα καταλάβει την απάτη. Τότε, αντί να μ’ ευλογήσει, θα με καταραστεί”.
Αλλά η μητέρα του του αποκρίθηκε:
”Πάνω σε μένα ας είναι η κατάρα, παιδί μου. Μόνο, άκουσε με, φέρε τα κατσικάκια και γω θα ετοιμάσω φαγητό”.
Έτσι ο Ιακώβ πήγε και τα ‘φερε στη μητέρα του και κείνη ετοίμασε ένα νόστιμο φαγητό, όπως άρεσε στον πατέρα του.
Κατόπι η Ρεβέκκα πήρε το καλό ρούχο του Ησαύ, που βρισκόταν φυλαγμένο στο σπίτι, και το φόρεσε στον Ιακώβ, το μικρότερο γιο της. Επίσης τύλιξε κομμάτια από την προβιά των κατσικιών στα χέρια και στο λαιμό του Ιακώβ.
Ύστερα του παράδωσε το φαγητό και το ψωμί και τον έμπασε στον πατέρα του.
”Πατέρα”, είπε με χαμηλή φωνή ο Ιακώβ, μπαίνοντας.
”Εδώ είμαι”, αποκρίθηκε ο Ισαάκ.
”Ποιος είσαι, παιδί μου;”
”Είμαι ο Ησαύ ο πρωτότοκος”, είπε τότε ο Ιακώβ στον πατέρα του. ”Έκανα όπως μου είπες. Σήκω να φας από το κυνήγι μου και ύστερα να μ’ ευλογήσεις”.
Αλλά ο Ισαάκ παρατήρησε στο γιο του:
”Και πώς, παιδί μου, πέτυχες τόσο γρήγορα το κυνήγι;”
”Ο θεός μου το ‘φερε μπροστά μου”, αποκρίθηκε ο Ιακώβ.
Αλλά ο Ισαάκ είπε ακόμα:
”Έλα κοντά μου, σε παρακαλώ, να σε αγγίξω και να καταλάβω έτσι ότι είσαι ο γιος μου ο Ησαύ”.
Ο Ιακώβ σίμωσε στον πατέρα του και ο Ισαάκ τον άγγιξε και είπε:
”Η φωνή είναι φωνή του Ιακώβ, αλλά τα χέρια είναι χέρια του Ησαύ”.
Δεν τον αναγνώρισε λοιπόν, γιατί τα χέρια του ήταν τριχωτά σαν τα χέρια του αδερφού του Ησαύ. Έτσι τον ευλόγησε.
Αλλά άλλη μια φορά του είπε:
”Είσαι αλήθεια ο γιος μου ο Ησαύ;”
”Ναι, είμαι”, αποκρίθηκε ο Ιακώβ.
Τότε ο Ισαάκ τον πρόσταξε να του φέρει κοντά το φαγητό, που το θαρρούσε κυνήγι του Ησαύ.
Ο Ιακώβ συμμορφώθηκε με την προσταγή του και ο γέρος πατέρας του άρχισε να τρώει με πολλή όρεξη. Του ‘φερε και κρασί και ήπιε.
Ύστερα ο Ισαάκ είπε:
”Τώρα, έλα εδώ, παιδί μου και φίλησε με”.
Ο Ιακώβ πήγε κοντά του και ο πατέρας του τον φίλησε. Ο Ισαάκ οσφράνθηκε το ρούχο του και τον ευλόγησε, λέγοντας:
”Να, η ευωδιά του γιου μου, σαν ευωδιά είναι χωραφιού, που ο Κύριος το ευλόγησε!
Ας σον δώσει ο θεός απ’ τη δροσιά τ’ ουρανού κι απ’ τη φύτρα της γης και πλήθος στάρι και κρασί. Κι ας σε δουλεύουν έθνη κι ας σε προσκυνούν άρχοντες.
Και να ‘σαι αφέντης του αδερφού σου και θα σε προσκυνήσουν οι γιοι του πατέρα σου. Όποιος σε καταριέται, καταραμένος να ‘ναι κι ευλογημένος όποιος σ’ ευλογεί!”
Μόλις ο Ισαάκ τελείωσε την ευλογία του Ιακώβ και βγήκε ο Ιακώβ από τον πατέρα του, να σου ο Ησαύ, που γύρισε από το κυνήγι του. Έφτιαξε και αυτός ένα νόστιμο φαγητό και το ‘φερε του πατέρα του.
”Πατέρα μου”, είπε, ”σήκω να φας από το κυνήγι του γιου σου και να με ευλογήσεις”.
Εκείνος τον ρώτησε:
”Ποιος είσαι;”
”Είμαι ο γιος σου ο πρωτότοκος, ο Ησαύ”.
Ο Ισαάκ έμεινε με ανοικτό στόμα, από την έκπληξη.
”Και ποιος λοιπόν ήταν εκείνος”, είπε, ”που μου ετοίμασε κυνήγι και μου ‘φερε να φάω και έτσι πήρε την ευλογία μου πριν από σένα;”