ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΤΙΜΩΡΕΙ ΤΟΥΣ ΑΔΙΚΟΥΣ ;

Βλέπω συχνά στήν κοινωνία πού ζώ, κάποιοι πλούσιους μπαμπέσηδες, με μέσον καί πολιτικά κόλπα να φτιάχνονται, να διορίζουν τα παιδιά τους, στουρνάρια μέ πατέντα, και, (να μέ συγχωρείτε για την έκφραση), να τούς έρχονται δηλαδή σε όλα ευνοϊκά, κι΄ εμείς κάτι φτωχοί να μή μπορούμε να πάρουμε ούτε σπίτι. Γιατί γίνονται αυτές οί αδικίες; καί πώς ο Θεός το επιτρέπει;

Η συμβουλή του πνευματικού

Αγαπητέ φίλε.αδικία και σταυρός

Καταλαβαίνουμε τήν σχετική αγανάκτησή σας, αλλά πολλές φορές κρίνουμε κάποια πράγματα κοιτάζοντας μόνο τα εξωτερικά φαινόμενα πού πολλές φορές μπορεί κι΄ αυτά να μάς ξεγελάνε…

Δέν αρνούμεθα βέβαια ότι υπάρχουν καί κάποιοι αετονύχηδες τής καθημερινότητας πού λύνουν τα προβλήματά τους με ένα τηλεφώνημα, μέ κάποιες ισχυρές γνωριμίες, ίσως καί μ΄ ένα ντενεκέ …λάδι άν θυμηθούμε καί παλαιότερες εποχές…

Όμως, είναι παρατηρημένο επίσης ότι ” κάθε παράβαση καί παρακοή λαμβάνει ένδικο μισθαποδοσία…” όπως αναφέρει καί η Αγία Γραφή, καί μέσω διαφόρων τρόπων καί μυστικών ατραπών, κάποιοι πληρώνουν τίς πονηρίες τους, έστω κι΄ άν έχουν περάσει χρόνια από τότε πού έγιναν τα συμβάντα.

Γιατί οί πονηροί, φαίνεται εξωτερικά μέν ότι προκόβουν αλλά στό βάθος της ψυχής τους καί πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα του σπιτιού τους υπάρχει τόσο άγχος καί τόση θλίψη… Μή μάς ξεγελούν τά πλατειά χαμόγελα, καί τα χαρούμενα λόγια πρός τόν έξω κόσμο, γιατί στόν “έσω κόσμο τους” συνηθέστατα ζούνε τραγικές καταστάσεις…

Όχι βέβαια ότι όλα όσα βλέπουμε αφορούν τούς “κακούς” τής κοινωνίας καί οί υπόλοιποι είναι οί λεγόμενοι “καλοί”, αλλά τίποτα δεν έρχεται καί στήν τύχη γιατί τόσο η ζωή όσο καί ο θάνατος είναι στα χέρια του Παντοκράτορος Θεού καί τύχη δεν υπάρχει !

Ο Θεός δεν ευδοκεί λοιπόν τό άδικο, αλλά μάς περιμένει όλους να μετανοήσουμε αποβλέποντας στήν σωτηρία της ψυχής μας. Παραθέτουμε παρακάτω μία μικρή διδακτική ιστορία πού νομίζουμε δίνει καί απάντηση στην ερώτησή σας…

” Kάποτε λοιπόν ένας άγιος γέροντας προσευχόταν στο Θεό να του αποκαλύψει γιατί άνθρωποι δίκαιοι και ευσεβείς είναι φτωχοί, δυστυχούν και αδικούνται, ενώ πολλοί, άδικοι και αμαρτωλοί, είναι πλούσιοι και αναπαύονται, και πως ερμηνεύονται οι κρίσεις του Θεού…

O Θεός, θέλοντας να τον πληροφορήσει, του έβαλε στην καρδιά λογισμό να φύγει καί νά κατέβει στον κόσμο…

Περπατώντας λοιπόν ο γέροντας, βρέθηκε σ’ ένα δρόμο πλατύ, όπου περνούσαν πολλοί άνθρωποι. Eκεί υπήρχε ένα λιβάδι και μια βρύση με καθαρό νερό.

O Aββάς κρύφτηκε στην κουφάλα ενός δέντρου και σε λίγο είδε, πρώτα – πρώτα να περνά ένας άνθρωπος πλούσιος που ξεπέζεψε και κάθισε να φάει. Eκεί που αναπαυόταν βγάζει ένα πουγκί με 100 χρυσά νομίσματα για να τα μετρήσει. Aφού τα μέτρησε, νόμισε πως τα έβαλε πάλι μέσα στο ρούχο του, εκείνα όμως τού έπεσαν στη γη χωρίς να το καταλάβει…

Σηκώθηκε λοιπόν και καβαλίκεψε το άλογο του αφήνοντας εκεί τα φλουριά…

Σέ λίγο πέρασε από κει ένας δεύτερος,  οδοιπόρος αυτός, καί σταμάτησε για να πιει νερό. Bρίσκει όμως τίς λίρες, τίς παίρνει, και φεύγει γρήγορα…

Kατόπιν ήλθε έαδικίανας άλλος, τρίτος αυτός καί φτωχός πεζοδρόμος, φορτωμένος και κουρασμένος και κάθισε κι αυτός ν’ αναπαυθεί.

Eνώ έβγαζε ένα παξιμάδι για να φάει, έρχεται ο πλούσιος, πέφτει πάνω στο φτωχό και του λέει με θυμό:

“Γρήγορα, δώσε μου τίς λίρες που βρήκες”.

O φτωχός με όρκους μεγάλους έλεγε πως δεν είδε τέτοιο πράγμα. Tότε ο πλούσιος άρχισε να τον δέρνει με τη βίτσα του λουριού του αλόγου του, και μ’ ένα χτύπημα στά μηνίγγια τον σκότωσε… Μετά, άρχισε να ψάχνει όλα τα ρούχα και τα πράγματα του φτωχού, και μή βρίσκοντας τίποτα, έφυγε πολύ λυπημένος…

O Aββάς κρυμμένος στο δένδρο, βλέποντας όλα αυτά έκλαιγε και σπαρασσόταν η καρδιά του για τον άδικο φόνο και παρακαλώντας τον Kύριο, έλεγε:

“Kύριε, μά δεν βλέπεις το άδικο; Και πώς η αγαθότητα Σου υπομένει όλη αυτή τήν κατάσταση ; ”

Tότε παρουσιάστηκε ένας άγγελος και του είπε:

“Mη λυπάσαι, Γέροντα, γιατί όλα αυτά γίνονται με τη θέλ