Κυριακή Ι’ Λουκά (Ανάλυση του Αποστολικού και Ευαγγελικού Αναγνώσματος)

πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη“…ἵνα τούς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην” (᾽Εφεσ. 2, 15)

α. Μέ ρωμαλέα θεολογική σκέψη καί μεγαλειώδη τρόπο ὁ ἀπόστολος Παῦλος προβάλλει στήν πρός ᾽Εφεσίους ἐπιστολή του τό ἑνωτικό ἔργο πού ἔφερε στόν κόσμο ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός: εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ἀποτελεῖ τήν ἀληθινή εἰρήνη τοῦ κόσμου, γιατί γκρέμισε μέ τόν σταυρικό Του θάνατο ὅ,τι σάν τεῖχος χώριζε τούς ᾽Ιουδαίους καί τούς ἐθνικούς καί προκαλοῦσε ἔχθρα μεταξύ τους. Στόν ἑαυτό Του δημιουργήθηκε ἡ νέα ἀνθρωπότητα, ὁ ῾καινός ἄνθρωπος᾽, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τήν ὑπέρβαση τῶν ὅποιων ἀνθρωπίνων μέχρι τότε διαφορῶν καί χωρισμῶν, μέ ἀποτέλεσμα διά τοῦ Χριστοῦ ὁ κάθε ἄνθρωπος νά εἶναι συμπολίτης τῶν ἁγίων καί οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ. Μέ τόν Χριστό φανερώνεται ἡ νέα ἀνθρωπολογία, ἡ καινούργια ματιά γιά τόν ἄνθρωπο, κάτι πού συνιστᾶ καί ὅ,τι πιό σύγχρονο ὑπάρχει στόν χῶρο τῶν ἐπιστημῶν τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ῾καινός ἄνθρωπος᾽ πού ῾ἔκτισε᾽ ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἀπάντηση καί σήμερα τῆς ᾽Εκκλησίας μας στόν σύγχρονο ταραγμένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ καί ἀναζητεῖ τήν ταυτότητά του.

β. 1. Πρό Χριστοῦ κυριαρχοῦσε ἡ διάσπαση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. ῾Ο καθένας κατανοοῦσε τόν ἑαυτό του καί γενικῶς τόν ἄνθρωπο μέ κριτήρια ἀπολύτως ἐνδοκοσμικά: φυλετικά, ἐθνικά, ταξικά. Οἱ ᾽Ιουδαῖοι γιά παράδειγμα. ῞Οριζαν ὡς ἄξιο λόγου ἄνθρωπο μόνο τόν ᾽Ιουδαῖο, τόν ἐκλεκτό τοῦ Θεοῦ. Τούς ἐκτός αὐτοῦ ἀνθρώπους τούς χαρακτήριζαν ἀπόπαιδα τοῦ Θεοῦ, μή ἀνθρώπους, ὄχι περισσότερο ἀπό ῾σκυλιά᾽. Οἱ ῞Ελληνες παρομοίως. Τό ῾πᾶς μή ῞Ελλην βάρβαρος᾽ ἦταν ἡ πεμπτουσία τῆς ἀπαξίωσης κάθε μή ῞Ελληνα καί τῆς ὑπεραξίας τῶν ἰδίων. Εἶναι γνωστό ἀπό τήν ἄλλη ἡ ταξική προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων ἀπό αὐτούς: ἡ διάκριση σέ δούλους καί ἐλευθέρους ἦταν φυσική γιά τούς ῞Ελληνες κατάσταση.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή γνώρισμα τῆς πρό Χριστοῦ ἀνθρωπότητος ἦταν ἡ ἔχθρα καί ἡ διάσταση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. ῾Πόλεμος πατήρ πάντων᾽ τοῦ φιλοσόφου ῾Ηρακλείτου ἦταν ἡ λεκτική διατύπωση αὐτοῦ πού ὑπῆρχε ὡς αἴσθηση καί βίωμα τῶν ἀνθρώπων πρό Χριστοῦ. Κι αὐτό βεβαίως σήμαινε τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ἁμαρτίας τους. Διότι ἡ ἁμαρτία στόν πυρήνα της εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἐγωισμός τοῦ ἀνθρώπου – ἡ νοσηρή στροφή καί ἀγάπη του μόνο στόν ἑαυτό του καί στά δικά του συμφέροντα – ἀπότοκο τοῦτο τῆς ἀπαρχῆς τῆς πλάσεώς του ἐπανάστασης κατά τοῦ Δημιουργοῦ του. Μέ ἄλλα λόγια ἡ ἐναντίωση τοῦ πρώτου ἀνθρώπου, ῾τῇ συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως᾽ διαβόλου, πρός τόν Κύριο καί Θεό του ἔφερε τήν ἔχθρα καί τή διάσπαση καί μέ τόν ἴδιο τόν Θεό, ἀλλά καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, μέσα στόν ὁποῖο ἑαυτό ἦταν καί ὁ συνάνθρωπός του. ῾Ο πρό Χριστοῦ ἄνθρωπος θέριζε τά θανατηφόρα ἐπίχειρα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας του.

2. ῾Ο ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ὅμως – προαναγγελμένος ἤδη ἀπό τήν ὥρα τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου διά τοῦ πρωτευαγγελίου καί ἐπαναβεβαιούμενος ἔκτοτε διά τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης – σήμανε τήν κατάργηση τῶν διακρίσεων καί τῶν ἐχθροτήτων. ῾Ο Χριστός ἐρχόμενος στόν κόσμο ῾κτίζει᾽ στόν ἑαυτό Του τόν καινούργιο ἄνθρωπο καί ἀποκαθιστᾶ τή ῾χαλασμένη᾽ διά τῆς ἁμαρτίας ἀνθρωπότητα. ᾽Εν Χριστῷ ἔτσι ὑπερβαίνονται ὅλες οἱ διακρίσεις πού χώριζαν πιά τούς ἀνθρώπους, εἴτε φυλετικές ἦταν αὐτές εἴτε ἐθνολογικές εἴτε κοινωνικές. ῞Ολοι οἱ ἄνθρωποι – καθ᾽ ἑαυτούς καί στή μεταξύ τους σχέση – στό πρόσωπο ᾽Εκείνου βρίσκουν τό κέντρο καί τήν ἑνότητά τους, πού σημαίνει ὅτι ὁ ᾽Ιουδαῖος καί ὁ εἰδωλολάτρης, ὁ ῞Ελληνας καί ὁ βάρβαρος, ὁ δοῦλος καί ὁ ἐλεύθερος, ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα, οἱ πάντες ἐν Χριστῷ γίνονται ἕνα. ῾῞Ινα κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ τόν καινόν ἄνθρωπον, ποιῶν εἰρήνην᾽. Κι ὅπως τό διατυπώνει ὁ ἀπόστολος κι ἀλλοῦ: ῾οὐκ ἔνι ᾽Ιουδαῖος οὐδέ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἤ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καί θῆλυ. Πάντες γάρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ᾽. ῾Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις᾽.
῾Ο χριστιανός ἄνθρωπος λοιπόν εἶναι ὁ καινός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἑνωμένος μέ τόν Χριστό γίνεται μία φανέρωση ᾽Εκείνου στόν κόσμο κι ἀπό τήν ἄποψη αὐτή συνιστᾶ τήν κρίση τοῦ κόσμου. Διότι ὁ κόσμος κυριαρχημένος, μέχρι νά πιστέψει στόν Χριστό, ἀπό τό πνεῦμα τοῦ πονηροῦ καί σπαρασσόμενος ἔτσι ἀπό τά ἐγωιστικά πάθη του δέν ἀνέχεται τό κήρυγμα ἑνότητος πού προβάλλει ὁ χριστιανός πρωτίστως μέ τή ζωή του κι ἔπειτα καί μέ τά λόγια του. ῾Ο κοσμικός ἄνθρωπος ἔτσι, μέ τήν ἔννοια τοῦ μή ἀποδεχομένου τόν Χριστό, ἀδυνατεῖ νά κατανοήσει τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ καί τή μέχρι θυσίας ἀγάπη τοῦ χριστιανοῦ πρός τόν συνάνθρωπο. Καί γι᾽ αὐτό προκαλούμενος θέλει νά τόν βγάλει ἀπό τή μέση. ῞Ο,τι στάση κράτησε ὁ κόσμος ἀπέναντι στόν ἐν σαρκί φανερωθέντα Θεό, τόν Δημιουργό του, τήν ἴδια στάση κρατάει καί ἀπέναντι στούς ἀκολούθους Του. Κι ἡ στάση αὐτή εἶναι βεβαίως ἡ δίωξη καί ὁ θάνατος. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσιν᾽.

3. ῞Ωστε ὁ χριστιανός εἶναι ὁ καινός-καινούργιος ἄνθρωπος, γιατί εἶναι ἑνωμένος μέ τόν Χριστό. Μιλᾶμε λοιπόν γιά μία χαρισματική κατάσταση, ἡ ὁποία προϋποθέτει δύο πράγματα: ἀφενός τήν πίστη στόν Χριστό ὡς τόν ἐνανθρωπήσαντα, καθώς εἴπαμε, Θεό, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν κόσμο προσλαμβάνοντας τήν ἀνθρώπινη φύση (σῶμα καί ψυχή) ὄχι στήν ὑπόσταση-πρόσωπο ἑνός συγκεκριμένου ἀνθρώπου (νεστοριανισμός), ἀλλά στήν ὑπόσταση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Η πρόσληψη τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί ὄχι ἑνός μεμονωμένου ἀνθρώπου συνιστᾶ τή βάση τῆς ἀνθρώπινης ἑνότητος. Κάθε ἄνθρωπος πού ἔχει σῶμα καί ψυχή εἶναι ἐνταγμένος στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ καί συνεπῶς χάριτι Θεοῦ εἶναι πραγματικά ἑνωμένος καί μέ τόν Χριστό καί μέ τούς συνανθρώπους του. ῾Η ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν συνάνθρωπο ἔτσι δέν ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικό ἁπλῶς αἴτημα, ἀλλά καθίσταται ὀντολογική ἀναγκαιότητα: δέν μπορεῖ κανείς νά μήν ἀγαπᾶ, ἄν θέλει νά διατηρεῖ τήν ἀκεραιότητα πιά τοῦ ἑαυτοῦ του. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ βασική ἐντολή τοῦ Θεοῦ καί στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη εἶναι τό ῾ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου, ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν᾽. ᾽Εν Χριστῷ ἡ ἑνότητα ὅλων, Θεοῦ καί ἀνθρώπων, εἶναι δεδομένη. ῾῞Ινα πάντες ἕν ὦσιν᾽.
᾽Αφετέρου ἡ ἑνότητα αὐτή πού ἔφερε ὁ Χριστός στούς ἀνθρώπους πραγματοποιεῖται μέσα πιά στό σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία. ῞Ο,τι εἴπαμε ὡς ῾καινή κτίσιν᾽ μιλώντας γιά τούς χριστιανούς προϋποθέτει ὅτι ὁ ἄνθρωπος τό ἀποδέχεται μέ τή βούλησή του κι ἀρχίζει νά τό ζεῖ καθώς γίνεται μέλος Χριστοῦ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου χρίσματος. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι μπορεῖ ἡ χάρη νά εἶναι δοσμένη καί παρούσα πραγματικότητα στόν κόσμο, ἀλλά ἄν δέν ὑπάρξει καί τό ῾ναί᾽ τοῦ ἀνθρώπου παραμένει μία ἀνενέργητη κατάσταση. ῞Ενα δῶρο χωρίς ἀποδέκτη.

4. ῾Η παραπάνω ἀλήθεια εἶναι φοβερή στήν κατανόησή της. Διότι μᾶς συνειδητοποιεῖ ὅτι μπορεῖ κανείς νά ζεῖ μετά Χριστόν ἀπό πλευρᾶς χρονολογικῆς, ἀλλά νά βρίσκεται ἀκόμη πρό Χριστοῦ ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς καί ἐσωτερικῆς. Δέν εἶναι τό χρονικό σημεῖο στό ὁποῖο ζοῦμε πού μᾶς κάνει χριστιανούς, ἀλλά ἡ πίστη μας στόν Χριστό. Κι ἀπόδειξη: ὁ ἀλληλοσπαραγμός τῶν ἀνθρώπων μέχρι σήμερα σέ ἐπίπεδο λαῶν, οἱ ἐμφύλιες διαμάχες, οἱ ἔχθρες καί οἱ ἐγωϊσμοί καί μεταξύ τῶν χριστιανῶν. Τί ἄλλο ὅλα αὐτά φανερώνουν παρά τό γεγονός τῆς πρό Χριστοῦ ἀκόμη καταστάσεώς τους; Μετά Χριστόν ἀκούσαμε ἐπί χριστιανικοῦ ἐδάφους τά κηρύγματα τῆς ἀθεΐας, μετά Χριστόν ὁ ῾προφήτης᾽ κήρυξε τόν θάνατο τοῦ Θεοῦ ὡς τοῦ Πατέρα πού Τόν ῾σκότωσαν᾽ τά παιδιά Του! ῾Η ὀρφάνια ἀπό τόν Θεό Πατέρα ἔγινε δυστυχῶς σύμπτωμα καί τῶν ῾πιστῶν᾽ τῆς μετά Χριστόν ἐποχῆς, ἡ ὁποία διαλάλησε μεταξύ ἄλλων τό ῾homo homini lupus’, ὁ ἄνθρωπος εἶναι λύκος γιά τόν συνάνθρωπό του.

γ. ῾Η μοναδική λύση καί διέξοδος στά ἀδιέξοδα καί τῆς ἐποχῆς μας εἶναι τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραμένει αἰωνίως ἡ εὕρεση τοῦ καινοῦ ἀνθρώπου πού ἀποτελεῖ τήν ἑνότητα τῶν πάντων. Οἱ χριστιανοί καί μάλιστα οἱ ὀρθόδοξοι, οἱ ὁποῖοι χάριτι Θεοῦ διασώζουμε τήν αὐθεντική εἰκόνα Του καί μποροῦμε νά Τόν ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία Του, πρέπει νά καταλάβουμε τήν ἱστορική εὐθύνη πού ἔχουμε. ῎Ισως εἶναι ἡ κρισιμότερη ὥρα τώρα πού ἀλληλοσπαράσσεται ὁ κόσμος καί ἡ παγκόσμια κρίση ἔχει καταστήσει ἀνισόρροπο καί θολωμένο τόν νοῦ τῶν περισσοτέρων, νά ἐνεργοποιήσουμε ὅσο μποροῦμε τή χριστιανοσύνη μας, δηλαδή τόν ἑνοποιό πρός ὅλους ρόλο μας. ῾Η αἴσθηση τῆς ἑνότητος μέ τόν Χριστό καί Θεό μας, ὅπως καί μέ τούς συνανθρώπους μας πρέπει νά μᾶς κινητοποιεῖ σέ βαθειά μετάνοια καί σέ προσευχή καρδιακή καί ἔμπονη γιά ὅλους. ῾Ο Θεός μας περιμένει αὐτήν τήν ῾ἀφορμή᾽ ἀπό ἐμᾶς, προκειμένου νά προσφέρει πλούσια τήν ἀγάπη Του. Θά εἶναι ὄχι ἁπλῶς κρίμα ἀλλά ἔγκλημα νά μή ῾διαβάσουμε᾽ τά σημεῖα τῶν καιρῶν καί νά περιδινιζόμαστε κι ἐμεῖς στίς μικρότητες τοῦ ἐγωϊσμοῦ καί τῶν συμφερόντων μας, ῾κατεσθίοντες᾽ τίς σάρκες τῶν ἀδελφῶν μας. ᾽Αλλά τότε ποιά ἐλπίδα μπορεῖ νά ὑπάρξει; ῾῏Αρά γε ἐλθών ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;᾽.

Κυριακή Ι’ Λουκά

πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη

«Και (ο Ιησούς) επέθηκε επ’ αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν»
α. Μία «συγκύπτουσα» γυναίκα που επί χρόνια ήταν διπλωμένη στα δύο, που το χώμα ήταν ο μοναδικός ορίζοντας των ματιών της, σηκώνεται και στέκεται όρθια: μπορεί και πάλι να σταθεί αντίκρυ στα πρόσωπα των συνανθρώπων της, να δει και πάλι το γαλάζιο του ουρανού και να ατενίσει κατάματα τον ορίζοντά του. Ένα θαύμα που τη συγκλονίζει και την κάνει να ξεσπάσει σε δοξολογία προς τον Θεό, κι αυτό γιατί τα χέρια του Ιησού ακούμπησαν πάνω της. «Και επέθηκεν επ’ αυτή τας χείρας∙ και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν».

β. 1. Δεν επρόκειτο για χέρια ενός απλού ανθρώπου, μολονότι και τα χέρια αυτά μπορούν να γίνουν χέρια ιαματικά, όταν είναι χέρια ενός γιατρού, ενός φυσικοθεραπευτή, ενός χειροπράκτη. Ποιος μπορεί για παράδειγμα να μη θαυμάσει τα «μαγικά» χέρια του χειρουργού αγίου Λουκά του ιατρού του Ρώσου, ή τα εξίσου «μαγικά» της γερόντισσας Γαβριηλίας (Παπαγιάννη), με τις χειροπρακτικές μεθόδους της, όταν μαθαίνει ότι αυτά έσωσαν στην εποχή τους τόσες ζωές; Το ίδιο από την άλλη και το φιλικό άγγιγμα των χεριών ενός ανθρώπου μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά για τον συνάνθρωπο, όταν μάλιστα αυτός νιώθει μόνος και ανασφαλής. Πόσες φορές και το απλό άγγιγμα δεν δηλώνει την παρουσία μας ως συμπαραστάτη, ως κάποιου που χωρίς λόγια τις περισσότερες φορές θέλει να πει στον άλλο «μη φοβάσαι, είμαι μαζί σου!»
2. Στο περιστατικό του ευαγγελίου όμως για τη συγκύπτουσα γυναίκα που θεράπευσε ο Χριστός, πρόκειται για τα χέρια του Ίδιου του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, Εκείνου που μέσω αυτών σκορπούσε τη θαυματουργική ίαση και την ουράνια ευλογία. Δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο περιστατικό. Σε κάθε σχεδόν θαύμα του Κυρίου, θεραπείας από αρρώστια ή αναστάσεως εκ νεκρών, αυτά τα χέρια γίνονταν η δίοδος για να διέλθει η πανσθενής δύναμη του λόγου Του. Κι επί πλέον: είναι τα χέρια εκείνα, που χωρίς να υφίστανται εν σαρκί ακόμη, υπαρκτά όμως με τον ανθρωπομορφισμό της Παλαιάς Διαθήκης, έπλαθαν τον Αδάμ και την Εύα, δημιουργώντας τον πρώτον άνθρωπο. «Αι χείρες Σου εποίησάν με και έπλασάν με». Και να προχωρήσουμε πιο πολύ: είναι τα χέρια που ευλόγησαν τους μαθητές και τον κόσμο, την ώρα που ο Κύριος αναλαμβανόταν στους Ουρανούς, αφήνοντάς μας την ευλογία ακριβώς των χεριών Του ως την τελευταία επί γης ανάμνησή Του. «Και εν τω ευλογείν Αυτόν αυτούς ανεφέρετο εις τους Ουρανούς».
3. Τα χέρια του Ιησού δεν χάθηκαν με την Ανάληψή Του. Αφενός η ευλογία τους συνεχίζεται στους αιώνες, δεδομένου ότι ο Κύριος εκράτησε διαπαντός την ανθρώπινη φύση Του – ο Κύριος κάθεται εν δεξιά του Πατρός και ως άνθρωπος και έτσι θα έλθει στη Δευτέρα Του Παρουσία «κρίναι ζώντας και νεκρούς» – αφετέρου εξακολουθούν και υφίστανται στον κόσμο «εν ετέρα μορφή»: μέσω των χεριών των ιερέων, οι οποίοι δανείζουν, κατά την πατερική έκφραση, τα χέρια τους και το στόμα τους σ’ Εκείνον, προκειμένου Αυτός να αγιάζει διά του λόγου και της τελέσεως των μυστηρίων τους πιστούς όλων των αιώνων. Τι άλλο είναι η ευλογία ιδίως που προσφέρει κατά τις ακολουθίες της Εκκλησίας μας ο ιερέας, παρά η ευλογία του ίδιου του Κυρίου, διά των χεριών των μελών Του κληρικών; Κι είναι πολύ ωραίο το καταγεγραμμένο περιστατικό από τις ιστορίες του Αγίου Όρους, σύμφωνα με το οποίο νεαρός νεοχειροτονηθείς σε ιερέα μοναχός τελούσε τις πρώτες του λειτουργίες. Και σε μία από αυτές, που μετείχε και ο γέροντας ηγούμενός του, εξερχόμενος στην Ωραία Πύλη για το «ειρήνη πάσι», απέφυγε την ευλογία, σκεπτόμενος ότι δεν είναι άξιος αυτός να ευλογήσει τον ηγούμενο. Και με τρόμο και έκπληξη άκουσε μέσα από το πετραχήλι του φωνή να του λέει: «Δεν ευλογείς εσύ, αλλά εγώ». Δεν είναι όμως μόνον τα χέρια των κληρικών. Ο Κύριος ενεργεί και μέσω των χεριών όλων των πιστών Του, αφού όλοι οι βαπτισμένοι στο όνομά Του συνιστούν μέλη του σώματός Του, της Εκκλησίας. Κάθε δηλαδή ενέργεια των πιστών πάνω στο θέλημα του Θεού, κάθε άπλωμα των χεριών τους, για να τηρήσουν τις άγιες εντολές Του – το βλέπουμε σε όλους τους αγίους – όπως η προσφορά ελεημοσύνης για παράδειγμα, όπως το σκούπισμα των δακρυσμένων από τη θλίψη και τον πόνο συνανθρώπων τους, είναι στην πραγματικότητα το άπλωμα των χεριών και πάλι του Ίδιου του Ιησού. Και αντιστρόφως: κάθε κακή χρήση των χεριών, κάθε χτύπημα δι’ αυτών του συνανθρώπου, κάθε άπλωμά τους για κλοπή αγαθών που δεν μας ανήκουν, κάθε κίνησή τους που σκοπό έχει την προσβολή των άλλων, σημαίνει τη δαιμονική λειτουργία τους, την εκ μέρους μας πρόκληση «αναπηρίας» στον Κύριο, που Του στερούμε τη δυνατότητα η ευλογία Του να βρει έκφραση και μέσω ημών.
4. Κι εκεί που αποκορυφώνεται η ευλογία των ιαματικών χεριών Του, εκεί που πράγματι έχουμε μία μυστική προέκτασή Τους μέσα στον χρόνο, είναι στο μυστήριο του Ευχελαίου. Στο ευχέλαιο – στο μυστήριο αυτό που διά της χρίσεως των ασθενών με έλαιο προσφέρεται η ιαματική χάρη του Κυρίου, όταν είναι συνδυασμένη με τη μετάνοια – τι άλλο έχουμε, παρά την μέσα στους αιώνες συνέχεια του «επέθηκε επ’ αυτή τας χείρας Του ο Ιησούς»; Το προτεταμένο χέρι του Κυρίου, το γεμάτο δύναμη αγάπης και θεραπείας, βλέπουμε κάθε φορά στο μυστήριο, και έτσι μας καλεί να το βλέπουμε πάντοτε η Εκκλησία μας. «Βασιλεύ άγιε, εύσπ