Κυριακοδρόμιο – Αποστολικό και Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της 24/11/2013

Κυριακή ΙΓ! Λουκά (Το αποστολικό ανάγνωσμα)

 Πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη

῾Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽
(Γαλ. 3, 27 )

α. Τή σημασία τοῦ βαπτίσματος ἐν Χριστῷ τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέ τόν παραπάνω λόγο του ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή του. ῾Ο ἀπόστολος σημειώνει ὅτι ὁ σκοπός τῆς ἐπί γῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου ἦταν ἡ ἐπανάκτηση ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ μεγαλειώδους προορισμοῦ πού ὁ Δημιουργός ἀπαρχῆς τοῦ εἶχε θέσει: τό καθ᾽ ὁμοίωσιν ᾽Εκείνου, κάτι πού ὁ ἄνθρωπος ὁριστικά ἀπώλεσε μετά τήν πτώση του στήν ἁμαρτία, μαζί μέ τή ζόφωση πού ὑπέστη καί ἡ ἴδια ἡ κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ πλάση του. ῾Ο Κύριος μέσα στά πλαίσια ὅμως τῆς ἄπειρης ἀγάπης Του οἰκονομεῖ τά πράγματα ἔτσι ὥστε ὁ ἄνθρωπος καί πάλι νά ἀποκατασταθεῖ, ἀρχῆς γενομένης μέ τήν ἐκλογή τοῦ λαοῦ τοῦ ᾽Ισραήλ καί τόν Νόμο πού τούς δίδει διά τοῦ Μωϋσέως – ἡ ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. ῾Ο Νόμος αὐτός πού λειτουργοῦσε ὡς φύλακας καί παιδαγωγός τοῦ ἀνθρώπου τελείωσε τήν ἀποστολή του, ὅταν ἦλθε ὁ ῎Ιδιος στόν κόσμο, ῾γενόμενος ὑπό γυναικός, γενόμενος ὑπό νόμον᾽, πού σημαίνει ὅτι καί πάλι δόθηκε ἡ δυνατότητα τῆς υἱοθεσίας ἀπό τόν Θεό γιά τόν ἄνθρωπο. ῾῞Ινα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν᾽. Κι αὐτή ἡ υἱοθεσία περνᾶ μέσα ἀπό τό κατά Χριστόν βάπτισμα, μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ἐνδύεται πιά ὡς υἱός τοῦ Θεοῦ τόν ἴδιο τόν Χριστό. ῾῞Οσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽.

β. 1. Τό βάπτισμα ἐνδύει τόν ἄνθρωπο μέ τόν Χριστό. Δέν πρόκειται λοιπόν, ὅταν μιλᾶμε γι᾽ αὐτό, περί ἑνός ἁπλοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος, στό ὁποῖο καλοῦνται οἱ συγγενεῖς τοῦ βαπτιζομένου, μεγάλου ἤ νηπίου στήν ἡλικία – ἡ ᾽Εκκλησία μας δέχθηκε ἀπό πολύ νωρίς τόν νηπιοβαπτισμό, διότι τό νήπιο δέν θεωρεῖται ἀρνητικό στή λήψη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ – γιά νά ῾διασκεδάσουν᾽ μέ τά τεκταινόμενα• οὔτε περί ἑνός ῾μαγικοῦ᾽ τελετουργικοῦ, κατά τό ὁποῖο μέ λόγια καί νερό θά ξορκίσει κανείς κάποιο κακό. Μία τέτοια κατανόηση ὡς ἁπλοῦ κοινωνικοῦ γεγονότος ἤ περίεργου τελετουργικοῦ παραπέμπει εἴτε γιά τήν πρώτη περίπτωση σέ κοινωνία ἀθέων, πού τά πάντα ἀντιμετωπίζονται ἰσοπεδωτικά ἀπό τήν ξερή ἀνθρώπινη λογική, ἡ ὁποία θεωρεῖται κριτήριο ὅλων, εἴτε γιά τή δεύτερη σέ θρησκεῖες καί θεοσοφίες, πού λειτουργοῦν ὑπό τήν ἐπήρεια πονηρῶν πνευμάτων καί πού τίς κατήργησε βεβαίως ὁ Χριστός μέ τόν ἐρχομό Του.
Τό ἐν Χριστῷ βάπτισμα ἐνσωματώνει τόν ἄνθρωπο στόν ἴδιο τόν Κύριο, καθιστώντας αὐτόν μέλος ᾽Εκείνου. Συνιστᾶ συνεπῶς μία κατεξοχήν χαρισματική πράξη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία θεμελιώνεται στόν ἐρχομό Του ἐν προσώπῳ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἐνανθρωπήσας Θεός δηλαδή, ὁ Κύριος, ἐρχόμενος στόν κόσμο γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου δίδει τήν ἀπόλυτη καί ἀποτελεσματική ὤθηση στόν ἄνθρωπο νά σωθεῖ, κάνοντάς τον κομμάτι τοῦ ἑαυτοῦ Του, ἐντάσσοντάς τον δηλαδή μέσα στήν ἀνθρώπινη φύση Του. ῾᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα᾽. ῎Αν ὁ Κύριος ἐρχόταν μόνο γιά νά κηρύξει τήν ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου, κρίνοντας τόν ἄνθρωπο γιά τήν ἁμαρτία του καί καλώντας τον νά τήν ὑπερβεῖ ἀπό μόνος του, δέν θά διέφερε ἀπό τούς ἄλλους προφῆτες πού ὁ ῎Ιδιος ἔστελνε στήν Παλαιά Διαθήκη. Θά ἦταν καί Αὐτός ἕνας προφήτης ἀλλά ὄχι Σωτήρας. Κι ἴσως θά παρουσιαζόταν ἔτσι ὡς τύραννος καί δυνάστης καί ἀπάνθρωπος, δεδομένου ὅτι θά ζητοῦσε ἀπό τόν ἄνθρωπο δυνάμεις πού ἐκ τῶν πραγμάτων ἐκεῖνος λόγω τοῦ τραύματος τῆς ἁμαρτίας δέν εἶχε. ῾Ο Κύριος ὅμως εἶναι φιλάνθρωπος καί ἡ ἀγάπη Του γιά τά πλάσματά Του εἶναι δεδομένη. Καί πάλι τονίζουμε: ἦλθε στόν κόσμο καί προσέλαβε τόν ἄνθρωπο καθ᾽ ὁλοκληρίαν, πλήν τῆς ἁμαρτίας του. Καί γενόμενος ὁ ῎Ιδιος πραγματικός ἄνθρωπος, χωρίς νά παύσει ποτέ νά εἶναι καί τέλειος Θεός, δίδει στόν πεσμένο λόγω τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο τή χάρη τοῦ Πνεύματός Του, ὤστε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος νά γίνει ἕνα μέ Αὐτόν. ῞Ο,τι ὁ ἄνθρωπος ἔχασε διά τῆς ἁμαρτίας μπορεῖ πιά ἐν Χριστῷ πολλαπλασίως νά τό ἀποκτήσει καί πάλι.

2. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τό βάπτισμα εἶναι μία νέα γέννηση γιά τόν ἄνθρωπο. Γεννιέται μέσα σ᾽ αὐτόν ὁ Χριστός καί ἀρχίζει ὁ καινούργιος αὐτός ἄνθρωπος νά λειτουργεῖ στόν κόσμο ὡς ἄλλος Χριστός. Κι εἶναι αὐτή ἡ γέννα ἡ πολιτογράφηση τοῦ ἀνθρώπου στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῾᾽Εάν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καί Πνεύματος οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽ εἶπε ὁ Κύριος. ῾Η μαρτυρία τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ῾ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ ἐν ἐμοί Χριστός᾽ ἀποτελεῖ τή μαρτυρία καί κάθε πιστοῦ χριστιανοῦ, ὁ ὁποῖος συνειδητοποιεῖ χάριτι Θεοῦ ὅτι διά τοῦ ἀγίου βαπτίσματος ἔγινε ἕ ν α μέ τόν Κύριο, τόν ῾Οποῖο ἐνδύθηκε καί στήν ψυχή καί στό σῶμα. Τά πάντα σ᾽ αὐτόν δηλαδή σφραγίστηκαν ἀπό τόν Κύριο καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί ἔτσι τό σῶμα του ἔγινε χριστο-σῶμα καί ἡ ψυχή του χριστο-ψυχή. ῾Οὐκ οἴδατε ὅτι τά σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστι;… Δοξάσατε δή τόν Θεόν ἐν τῷ σώματι ὑμῶν καί ἐν τῷ πνεύματι ὑμῶν, ἅτινά ἐστι τοῦ Θεοῦ᾽ θά φωνάξει μέ δύναμη καί πάλι ὁ ἴδιος ἀπόστολος. Κι ὅταν, γιά νά κάνουμε ἕνα μεγάλο ἅλμα στόν χρόνο καί νά φτάσουμε στή σημερινή ἐποχή, ὁ μεγάλος Σέρβος θεολόγος καί ὅσιος πιά π. ᾽Ιουστίνος Πόποβιτς γράφει ὅτι οἱ αἰσθήσεις ὅλες τοῦ χριστιανοῦ εἶναι χριστο-αισθήσεις, τί ἄλλο προϋποθέτει ἀπό αὐτήν ἀκριβῶς τήν ἄπειρη δωρεά τοῦ Χριστοῦ στό πλάσμα Του, νά τό κάνει δηλαδή μέλος καί τμῆμα δικό Του;
Οἱ ἅγιοι Πατέρες μας ἔχουν ἀναπτύξει ἐπ᾽ ἀρκετόν τή θεολογία τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τοῦ συνδεδεμένου μέ αὐτό ἁγίου χρίσματος. Κι ἀκριβῶς τά ἐννοοῦν μέ τήν παραπάνω εἰκόνα πού ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος, τῆς γέννησης τοῦ ἀνθρώπου. ῞Ενας ἄνθρωπος γεννιέται, ἀρχίζει ὡς ζωντανό ὄν νά κινεῖται, ζητάει τροφή γιά νά ζήσει καί νά αὐξηθεῖ. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ νέα ἐν Χριστῷ γέννηση: ὁ ἄνθρωπος γεννιέται ἐν Χριστῷ διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἀρχίζει νά κινεῖται ὡς ζωντανή ὕπαρξη διά τῶν χαρισμάτων πού δίνει σ᾽ αὐτόν τό ἅγιο χρίσμα, τρέφεται καί αὐξάνεται διά τῆς πνευματικῆς τροφῆς τῆς θείας Κοινωνίας, τοῦ σώματος καί τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Κι ἀμέσως κατανοοῦμε ἔτσι πόσο τό βάπτισμα, τό χρίσμα, ἡ θεία εὐχαριστία εἶναι ἀπολύτως συνδεδεμένα μεταξύ τους.

3. Οἱ ἅγιοι ὅμως μέ τά μετασκευασμένα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μάτια τους μᾶς δίνουν τή δυνατότητα νά ἐννοήσουμε, ὅσο εἶναι δυνατό, τό τί διαδραματίζεται στό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος, κάτι πού τό ῾παρακολουθοῦμε᾽ καί στήν ἴδια τήν τέλεσή του. Κι αὐτό πού μᾶς λένε εἶναι ὅτι ὁ βαπτιζόμενος γίνεται μέλος Χριστοῦ, καθώς ἡ χάρη τοῦ Πνεύματός Του ἐνοικεῖ στό βάθος τῆς καρδιᾶς τοῦ βαπτιζομένου, ἐξορίζοντας ταυτόχρονα τήν ἐνέργεια σ᾽αὐτήν τοῦ Πονηροῦ – πρό τοῦ βαπτίσματος συνέβαινε τό ἀντίστροφο: ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ἐνεργοῦσε ἐξωτερικά καί ἡ ἐνέργεια τοῦ Πονηροῦ ἐσωτερικά. Μιλᾶμε λοιπόν γιά τήν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό προπατορικό λεγόμενο ἁμάρτημα, τό ὁποῖο φέρει κάθε ἄνθρωπος ἐρχόμενος στόν κόσμο, ὄχι ὡς βάρος ἐνοχῆς, ἀλλ᾽ ὡς ροπή ἀναγκαστική πρός τό κακό, δηλαδή πρός τήν ἐγωϊστική ζωή καί συμπεριφορά, μέ τά ἀποτελέσμα